Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Άγιος Φιλάρετος, Μητροπολίτης Νέας Υόρκης και ο Οικουμενισμός.



Άγιος Φιλάρετος, Μητροπολίτης Νέας Υόρκης και Ανατολικής Αμερικής [1903 – 8 Νοεμβρίου 1985]: το ανάθεμα κατά του Οικουμενισμού. 



Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Ο άγιος ιεράρχης Φιλάρετος, κατά κόσμον Γεώργιος Νικολάγεβιτς Βοζνεσένσκυ (George Nicolaevich Voznesensky), γεννήθηκε στην πόλη Κουρσκ στις 22 Μαρτίου / 4 Απριλίου, 1903, σε μια ευσεβή ορθόδοξη οικογένεια. Ο πατέρας του, ο Αρχιερέας Nicolas Voznesensky, προερχόταν από οικογένεια ιερέων και ήταν ένας ενθουσιώδης ποιμένας και σπουδαίος άνθρωπος της προσευχής. Στη συνέχεια εκάρη μοναχός με το όνομα Δημήτριος και αργότερα έγινε επίσκοπος (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Hailar). Υπήρχαν πέντε παιδιά στην οικογένεια της Λυδίας και του Νικολάου Βοζνεσένσκυ, δύο γιοι και τρεις κόρες. Από πολύ πρώιμο στάδιο του ο νεαρός Γεώργιος μεγάλωσε σε μια ατμόσφαιρα χριστιανικής αγάπης και εκκλησιαστικής ζωής.

Το 1909 η οικογένεια μετακόμισε προς την Άπω Ανατολή. Εκεί ο Γιώργος ολοκλήρωσε την οκταετή βασική εκπαίδευση ολοκληρώσει την οκταετή διάρκεια σχολικής γραμματικής. Όταν έλαβαν την εξουσία οι αθεϊστές, η οικογένεια του μέλλοντα ιεράρχη μετακόμισε εκ νέου στο Χαρμπίν, μια πόλη με έντονη εκκλησιαστική ζωή, όπου μετά από λίγα χρόνια ο Γεώργιος σπούδασε στο Polytechnic Institute. Εκείνη την περίοδο γνώρισε τα έργα του αγίου ιεράρχη Ιγνάτιου Μπριαντσιανίνωφ και η ψυχή του ικανοποιήθηκε πάρα πολύ από τη διδασκαλία του σχετικά με τη χριστιανική ζωή και τη συνεχή μνήμη του θανάτου. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή στον κόσμο έπαψε να τον ενδιαφέρει. Το 1930, ο Γεώργιος χειροτονήθηκε διάκονος και το 1931 πρεσβύτερος. Κατά το ίδιο έτος, έλαβε τη μοναστική κουρά με το όνομα Φιλάρετος, προς τιμήν του αγίου Φιλάρετου του Γουβερνέτου.

Σταδιακά μια μοναστική κοινότητα σχηματίστηκε, με συνεπή πνευματική ζωή, ανάγνωση των Αγίων Πατέρων, συμβολή στο έργο του ορφανοτροφείου και των σχολείων του Χαρμπίν κ.τ.λ. Ο πνευματικός οδηγός του Ιερομονάχου Φιλάρετου εκείνα τα χρόνια ήταν ο ευλογημένος Μητροπολίτης Αντώνιος Κραποβίτσκυ (Khrapovitsky), ο οποίος είχε μια ιδιαίτερα εγκάρδια σχέση μαζί του μέχρι το τέλος της ζωής του το 1936.

Ο πατέρας Φιλάρετος είχε πραγματικά μια φιλεύσπλαχνη καρδιά. Έδινε όλα όσα είχε, μερικές φορές ακόμη και τα ρούχα του, και ανακούφιζε με όποιο τρόπο μπορούσε εκείνους που είχαν ανάγκη. Διακατεχόταν από μεγάλη αγάπη για το λόγο του Θεού και ήξερε όλο το Ευαγγέλιο απ' έξω. Το όνομά του ήταν γνωστό πολύ πιο πέρα από τα σύνορα της επαρχίας Χαρμπίν. Το 1933 διορίστηκε ηγούμενος και το 1937 αρχιμανδρίτης.

Το 1931, η Μαντζουρία καταλήφθηκε από τους Ιάπωνες. Το 1945 ο σοβιετικός στρατός κατανίκησε τον ιαπωνικό στρατό, ενώ το κομμουνιστικό καθεστώς εγκαταστάθηκε στην Κίνα. Για όσους Ρώσους ήταν σε θέση να μεταναστεύσουν προς τη Δύση ή προς την Αυστραλία, άρχισε μια περίοδο με πόνο και δοκιμασίες. Η σοβιετική κυβέρνηση άρχισε να απαιτεί οι Ρώσοι μετανάστες να λάβουν σοβιετικό διαβατήριο, για να δείξει ότι στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε καταπίεση των πιστών.

Εκείνη την εποχή η «Εφημερίδα του Πατριαρχείου της Μόσχας», δήλωσε ότι στη Σοβιετική Ένωση δεν υπήρχε δίωξη της Εκκλησίας και ότι η μόνη σύγκρουση ήταν με αντεπαναστάτες. Ο αρχιμανδρίτης Φιλάρετος αρνήθηκε να μνημονεύει το αθεϊστικό καθεστώς και διακήρυσσε με παρρησία την πραγματική –αρνητική για την Ορθοδοξία– κατάσταση στη ρωσική γη. Έτσι πολλές φορές κλήθηκε για ανάκριση, διώχθηκε, το σπίτι του πυρπολήθηκε, αφού προηγουμένως είχαν σφραγισθεί τα παράθυρα και η πόρτα, όμως ο Κύριος έσωσε τη ζωή του ποιμένα του και κατάφερε να διαφύγει με ασφάλεια με ένα άλμα από τον πρώτο όροφο και με τις φλόγες να περιβάλλουν το σπίτι, έχοντας ωστόσο υποστεί σοβαρά εγκαύματα στο κάτω μέρος του προσώπου του και τους σπονδύλους του λαιμού του.

Ο καλός ποιμένας δεν εγκατέλειψε το ποίμνιό του μέχρις ότου όλοι όσοι είχαν κατορθώσει να αποκτήσουν τις θεωρήσεις βγήκαν από την Κίνα. Έτσι, μόλις το 1962 έφυγε για το Χονγκ Κονγκ.

Πολύ σύντομα εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, στο Μπρίσμπαν. Το 1963 έγινε επίσκοπος στην Αυστραλία. Το 1964, ο επίσκοπος Φιλάρετος παρακολούθησε τη Σύνοδο των Ρώσων Ιεραρχών της Διασποράς, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη. Ο Μητροπολίτης Αναστάσιος ήταν τότε σε βαθύ γήρας και επρόκειτο να αποσυρθεί. Στη Σύνοδο διεξήχθησαν εκλογές για το διάδοχό του, όμως οι δύο υποψήφιοι ισοψήφησαν. Για να διατηρηθεί η ειρήνη στην Εκκλησία, ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Αρχιεπίσκοπος Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, πρότεινε ένα τρίτο υποψήφιο, το σχετικά άγνωστο Επίσκοπο Φιλάρετο, ο οποίος ήταν ο πιο πρόσφατα χειροτονηθείς. Έτσι, το 1964, η Ρωσική Εκκλησία στο Εξωτερικό όρισε τρίτο κατά σειρά πρωθιεράρχη της το Μητροπολίτη Φιλάρετο.

Ως επικεφαλής της Ρωσικής Εκκλησίας στο Εξωτερικό, ο άγιος έμεινε σταθερός στην ανεξαρτησία της Ορθοδοξίας από το πατριαρχείο Μόσχας, που είχε υποταχθεί στο αθεϊστικό καθεστώς, όμως παράλληλα εργάστηκε σκληρά  για την ειρήνη των Ορθοδόξων και για να δαμάσει τη διχόνοια στο εσωτερικό της Ρωσικής Εκκλησίας του Εξωτερικού. Εργάστηκε με πραότητα αλλά και ζήλο για τη διαφύλαξη της πατερικής παράδοσης και υπερασπίστηκε την Ορθοδοξία από τον κίνδυνο της αιρέσεως του Οικουμενισμού, αντικρούοντας τη «θεωρία των κλάδων».

Επίσης κατά τη διακονία του ως προκαθημένου της Ρωσικής Εκκλησία στο Εξωτερικό πραγματοποιήθηκε η ανακήρυξη της αγιότητας των αγίων Ιωάννη της Κρονστάνδης (ανακηρύχθηκε το 1964), Γερμανού της Αλάσκας (1970), Ξένιας της Πετρούπολης (1978), των Νεομαρτύρων και Ομολογητών της Ρωσίας (1981), καθώς και του οσίου Παϊσίου Βελιτσκόφκσυ (1982).

Ο άγιος Φιλάρετος ήταν εραστής του μοναχισμού, επειδή δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο να αφιερώσει τον εαυτό του εξ ολοκλήρου στο Θεό. Με δικά του λόγια: «Σύμφωνα με τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων, η μοναστική τρόπος είναι, αυτή καθαυτή, η ευθεία διαδρομή προς το Ουράνιο Βασίλειο, όταν ολοκληρωθεί όπως πρέπει».

Τα κηρύγματά του ήταν ουσιώδη, απλά και καθαρά. Σύμφωνα με την μαρτυρία πολλών ανθρώπων, η ρητορεία του ήταν εφάμιλλη με του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Με ιδιαίτερο δέος και σεβασμό πλησίαζε τα Άγια Μυστήρια του Χριστού, υπενθυμίζοντας το ποίμνιό του ότι: «η θεία Κοινωνία είναι μια φωτιά. Κανείς δεν μπορεί να την απαγορεύει, αν δεν υπάρχουν σοβαρά κανονικά εμπόδια. Ο χριστιανός πρέπει να λαμβάνει τη θεία Κοινωνία όσο πιο συχνά γίνεται. Για αυτόν τον λόγο η θεία Κοινωνία λαμβάνεται μπροστά στην Ωραία Πύλη, γιατί αυτό συμβολίζει την εγγύτητα μας στην Βασιλεία των Ουρανών και μας ωθεί προς τα πάνω!».

Ενώ ήταν ένας ποιμένας γεμάτος φροντίδα και αγάπη για τους άλλους, ήταν εξαιρετικά αυστηρός με τον εαυτό του. Ζούσε μια πραγματικά ασκητική ζωή: κοιμόταν για δύο ή τρεις ώρες την ημέρα, έτρωγε ελάχιστα, παρακολουθούσε με πατρικό ενδιαφέρον τις λύπες και τις χαρές του ποιμνίου του και ξαγρυπνούσε προσευχόμενος γι’ αυτό. Τα πνευματικά παιδιά του ήταν οι μάρτυρες πολλών θαυμάτων του, που πραγματοποιήθηκαν τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και μετά την κοίμησή του. Οι μαρτυρίες τους μιλούν εύγλωττα για την τεράστια δύναμη των προσευχών του.

Η ζωή του Μητροπολίτη Φιλάρετου, που ήταν ίση με αυτή των Αγγέλων, στέφθηκε από την ευλογημένη κοίμησή του στις 8/21 Νοεμβρίου 1985, κατά την ημέρα εορτής του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και όλων των ασωμάτων Δυνάμεων.

Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος θάφτηκε στη Μονή της Αγίας Τριάδας του Jordanville. Δεκατρία χρόνια μετά το θάνατό του, αποφασίστηκε ότι θα πρέπει να μεταφερθεί στην κρύπτη κάτω από το Ιερό της Αγίας Τριάδος στη Μητρόπολη Jordanville. Το άνοιγμα του τάφου του έγινε στις 28 Οκτωβρίου/10 Νοεμβρίου 1998. Ο Αρχιεπίσκοπος Λαύρος των Συρακουσών και Αγίας Τριάδος, ο επίσκοπος Ιλαρίων του Μανχάταν, Αρχιμανδρίτης Λουκάς και οι αδελφοί ήταν παρόντες σε αυτή την περίπτωση και έγιναν μάρτυρες της πλήρους αφθαρσίας του λειψάνου του. Το σώμα του ήταν λευκό και ακόμη και μαλακό. Τα άμφια, ο σταυρός και η εικόνα της Παναγίας ήταν ακόμη φωτεινά.

Τα πιστά τέκνα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Εξωτερικό δέχθηκαν την αφθαρσία του λειψάνου του αγίου Ιεράρχη Φιλάρετου ως ένα θαύμα, που μας παραχώρησε ο Θεός για την ενίσχυση της πίστης μας.

Τα στοιχεία ελήφθησαν από (εδώ).


Χρονολόγιο ομολογιακού αγώνα του Αγίου Φιλάρετου κατά του Οικουμενισμού

1. Τὴν 2ην Δεκεμβρίου 1965 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἔστειλε καταγγελία εἰς τὸν «Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην» Ἀθηναγόρα, ἐλέγχοντάς τον διὰ τὴν ἀντικανονικὴν «ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων». Εἰς τὴν ἐπιστολὴν ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος γράφει: «Ἔχουμε κληρονομήσει μίαν κληρονομίαν ἀπὸ τῶν Ἁγίων Πατέρων ὅτι τὰ ἄπαντα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν πρέπει νὰ γίνονται με νόμιμον τρόπον, ὁμόφρονα, καὶ σύμφωνα με τὰς ἀρχαίας παραδόσεις. Ἐὰν κάποιοι ἀπὸ τοὺς Ἐπισκόπους ἔστω καὶ Προκαθημένους τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν κάμουν κάτι ὁποῦ δὲν εἶναι σύμφωνα με τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας δίναται νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐναντίον του. Ὁ 15ος Κανών τῆς Πρῶτης‐καὶ‐Δευτέρας Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ ἔτους 861 περιγράφει ὅτι «τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται» ἐκείνοι οἱ Ἐπίσκοποι καὶ κληρικοὶ οἴτινες διακόπτουν τὴν κοινωνίαν ἀκόμη καὶ με τὸν Πατριάρχην τους, ἐφ’ ὅσον κηρύττει αἵρεσιν δημοσίως καὶ δημοσίως διδάσκει αὐτὴν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Με αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλοι εἶμεθα θεματοφύλακες τῆς ἀληθείας τῆς Ἐκκλησίας... Ἐνῷ ἡ Ρώμη ἔχει πολλὰ νὰ ἀλλάξῃ προκειμένου νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς Πίστεως τῶν Ἀποστόλων, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἡ ὁποῖα ἔχει διατηρήσει τὴν αὐτὴν Πίστιν ἄψογα μέχρι σήμερον, δὲν ἔχει τίποτα νὰ ἀλλάξῃ. Ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων Πατέρων μᾶς διδάσκει ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν κατέχει τὸν διάλογον με αὐτοὺς ὁποῦ ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξίαν. Τουναντίον, ἡ Ἐκκλησία ἀπευθύνεται εἰς αὐτοὺς μὲ μονόλογον, καλώντας αὐτοὺς νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὸ ποῖμνιόν της, διὰ τῆς ἀπορρίψεως τῶν τινῶν διισταμένων δογμάτων... Σίγουρα ἀκόμα καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ πνευματικά σας τέκνα θὰ προετιμοῦσαν τὴν πιστότητα στὴν Ὀρθοδοξία παρὰ τὴν ἰδαίαν τῆς ἑνώσεως με τοὺς αἱτεροδόξους χωρὶς τὴν πλῆρη ἀρμονία τους μαζί μας στὴν ἀλήθειαν...»



2. Τὴν 21ην Μαΐου 1968 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἔγραψεν ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ εἰς τὸν «Πατριάρχην» Ἀθηναγόραν. Ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος γράφει: «Ὑπὸ ὁρισμένας προϋποθέσεις αὐτὴ ἡ πρόθεσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου νὰ συγκαλέσῃ μίαν Μεγάλην Σύνοδον τῶν ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν θὰ μπορούσε πραγματικὰ νὰ εἶναι ἕνα χαρμόσυνον γεγονὸς. Ἀλλὰ ἡ σύγκλησις μιᾶς Συνόδου δὲν φέρνει πάντοτε χαρὰν. Καὶ μία Μεγάλη Σύνοδος, ἔστω καὶ ἄν πολλαὶ αὐτοκέφαλαι ἐκκλησίαι συμμετέχουν εἰς τὰς πράξεις της, δὲν σημαίνει ὅτι ἔχει αὐτομάτως τὴν τιμὴν τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἐκφρασθείσα τὴν αὐθεντικὴν φωνή της καὶ ὡς ἱσχύουσα τὰς παραδόσεις τῶν Ἁποστόλων καὶ Ἁγίων Πατέρων. Ἐντοῦτοις, κάθε νέα Σύνοδος πρέπει νὰ εἶναι ἐν πλῆρῃ ἀρμονίᾳ μετὰ τῶν ποηγουμένων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἐφένετο καὶ ἡ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου ἐπὶ Διωσκόρου ὡς ἀρκετὰ πλῆρης, ἀλλὰ εἶναι γνωστὴ σήμερον ὡς Ληστρικὴ Σύνοδος. Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος φωτίζει μία Σύνοδος καὶ κάμνει τὴν φωνή της νὰ εἶναι φωνὴ τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας μόνο ὅταν συναχθεῖ ἡ Σύνοδος ἵνα καταδικάσῃ, σύμφωνα με τὴν Ἱερὰν Παράδοσιν, τὰς καινοτομίας καὶ τὰ αὐθαίρετα δόγματα ὁποῦ εἶναι ὑποταγμένα στοὺς ἱσχυροὺς τοῦ κόσμου τούτου, οἱ ὁποῖοι θέλουν ὅπως εἰσαγάγουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μίαν αἱρετικὴν ἐπιδημίαν...» (Ἐπιστολὴ Μητρ. Φιλαρέτου, 21.5.1968). Ἔτσι ὁ κ. Φιλάρετος ἐχαρακτήρησεν τὴν συγκληθεῖσα Σύνοδον τοῦ Ἀθηναγόρου ὡς στερημένη τῆς θείας χάριτος.

3. Τὴν 14ην Ἰουλίου 1969 ὁ Μητροπολίτης κ. Φιλάρετος ἔγραψε τὴν πρώτην του Ἀνοικτὴν Ἐπιστολὴν εἰς ὅλους τοὺς Πατριάρχας καὶ Ἐπισκόπους τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καταγγέλοντάς τους διὰ τὴν κακόδοξον σιωπήν των ἐν σχέσει μὲ τὴν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Γράφει: «...Παρατηροῦμε ὅμως ὄτι κανένας εἰς ὑψηλοτέραν θέσιν ἀπὸ τῆς ἡμετέρας δὲν ἀνεβάζει τὴν φωνή του. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο μᾶς προκαλεῖ να ὁμιλήσωμεν, ὥστε νὰ μὴν κατηγορηθοῦμεν εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν ὅτι εἴχαμε δεῖ τὸν κίνδυνον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅμως δὲν εἴχαμε προειδοποιήσει τοὺς Ἐπισκόπους της.»

4. Κατὰ τὸ 1972 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἔγραψε τὴν Δευτέραν Ἀνοικτήν του Ἐπιστολὴν, ἐλέγχοντας τοὺς ἀπανταχοῦ ἐπισκόπους τῆς γῆς διὰ τὴν σιωπήν των ἐν σχέσει με τὴν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιστολὴν ὁνομάζει τὴν καινοτομίαν τοῦ νέου ἡμερολογίου ὡς πρῶτον βῆμα τῆς πλάνης τοῦ Νεωτερισμοῦ. Γράφει:

«Εἰς τὴν πρώτην κατώδυνον Ἐπιστολὴν ἡμῶν, ἐγράψαμεν ἐν λεπτομερείαις, ἐπὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου, ἀπὸ Ἐκκλησιολογικῆς ἀπόψεως, τῆς συμμετοχῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸ Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν, παρουσιάζοντες ἐπακριβῶς τὴν βιαιότητα καὶ ὡμότητα τῶν ἐναντίον τῆς Ὀρθοδοξίας παραβάεων, αἵτινες συντελοῦνται διὰ τῆς συμμετοχῆς τῶν Ὀρθοδόξων Ἑκκλησιῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο. Κατεδείξαμεν ὅτι αἱ βασικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Συμβουλίου τούτου, εἶναι ἀσυμβίβαστοι μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Διδασκαλίαν καὶ τὸ Δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡμεῖς, συνεπομένως, διεμαρτυρήθημεν ἐναντίον τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποφάσεως ταύτης γενομένης εἰς τὸ Πανορθόδοξον Συνέδριον τῆς Γενεύης, ἕνθα ἡ Ὀρθόδοξος Ἑκκλησία, ἐγένετο δεκτὴ ὡς ὀργανικὸν μέλος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν.

Ἀλλοίμονον! Τὰ τελευταῖα, ταῦτα, ἕτη, εἶναι ὑπερφορτωμένα μὲ κραυγαλέας ἀποδείξεις, ὅτι, εὶς τοὺς διαλόγους μετὰ τῶν Ἑτεροδόξων, μερικαὶ Ὀρθόδοξοι Ἀντιπροσωπεῖαι υἱοθέτησαν μίαν καθαρῶς Προτεσταντικὴν Ἐκκλησιολογίαν, ἥτις ἄγει σταδιακῶς, εἰς Προτεσταντικὴν, καθαρῶς, προσέγγισιν προβλημάτων τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἐκ τῆς ὁποῖας καὶ ἀναδύεται ἡ σύγχρονος ἐκκοσμίκευσίς της καὶ ἡ ἀφόρητος νεωτεριστική της ἐμφάνισις. Ὁ νεωτερισμός, συνίσταται εἰς κατάπτωσιν καὶ ὑποστάθμισιν τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ ρέοντος κοινωνικοῦ βίου καὶ τῶν συμπαρομαρτουσῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν. Βλέπομεν τοῦτο εἰς τὴν Νεωτεριστικὴν Κίνησιν τῆς «Ζώσης Ἐκκλησίας» ἐν Ρωσίᾳ, κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας. Εἰς τὴν πρώτην Συνέλευσιν τῶν ἱδρυτῶν τῆς Ζώσης Ἐκκλησίας κατὰ τὴν 29ην Μαΐου 1922, οἱ σκοποί της καθωρίσθησαν ὡς «ἀναθεώρησις καὶ ἀλλαγὴ ὅλων τῶν ὅψεων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ὡς αὖται καθίστανται ἐπιτακτικαὶ ἐκ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς συγχρόνου ζωῆς» («Ἡ Νέα Ἐκκλησία» καθηγητοῦ Β. Βασιλείου Τιτλίνωφ, Πετρούπολις‐Μόσχα 1923 σ. 11). Ἡ «Ζῶσα Ἐκκλησία» ἦτο μία ἀπόπειρα διὰ τὴν μεταρρύθμισιν, προσηρμοσμένη εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν συνθηκῶν ἑνὸς Κομμουνιστικοῦ Κράτους.

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας



Ὁ Μοντερνισμὸς ἢ Νεωτερισμὸς τοποθετεῖ αὐτὸν τὸν συμβιβασμὸν μὲ τὴν ἀνθρωπίνην μειονεκτικότητα καὶ ἀσθένειαν, ὑπεράνω ἠθικῶν, καὶ μάλιστα Δογματικῶν ἀπαιτήσεων τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ ἐκτάσει, ὥστε, ὁ κόσμος ἐγκαταλείπει τὰς Χριστιανικὰς Ἀρχὰς, ἡ δὲ ἐκκοσμίκευσις (ὁ Μοντερνισμὸς), ὑποβιβάζει τὸ ἐπίπεδον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον. Ἐντὸς τῶν Δυτικῶν Ὁμολογιῶν, βλέπομεν, ὅτι ἐπῆλθε σχεδὸν κατάργησις τῆς Νηστείας, ριζικὴ συντόμευσις καὶ ἐκχυδαϊσμὸς τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ Λειτουργίας καὶ τελικῶς, πλήρης καὶ ὁλοσχερὴς πνευματικὴ ἐρήμωσις, ἐξικνουμένη μέχρι τοῦ σημείου, ἀπροκαλύπτου ἐκδηλώσεως ἀνοχῆς, ἄν μὴ καὶ ἐνθαρρύνσεως πρὸς ἀνθρωπίνους διαστροφὰς καὶ ἐλαττώματα, δι’ ἅτινα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει, ὅτι «αἰσχρὸν ἑστι καὶ λέγειν».

Ὁ ἐκσυγχρονισμὸς καὶ μοντερνισμὸς οὖτος ὑπῆρξεν ἡ βάσις τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου (τῆς θλιβερᾶς ἐκείνης μνήμης), ἤτις συνῆλθεν ἐν Κωνσταντινουπόλει τὸ 1923, καὶ ἥτις, προφανῶς, ἥσκησε μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ ἀνακαινιστικοῦ πειράματος ἐν τῇ Κομμουνιστικὴ Ρωσία. Συνεπείᾳ τῆς Συνόδου ἐκείνης, Ἐκκλησίαι τινὲς, ἐνῷ δὲν υἱοθέτησαν ὅλας τὰς μεταρρυθμίσεις αἴτινες εἰσήχθησαν τότε, ἀπεδέχθησαν, ἐν τούτοις, τὸ Δυτικὸν – Παπικὸν Ἡμερολόγιον καὶ μάλιστα, εἰς τινας περιπτώσεις, τὸ δυτικὸν Πασχάλιον. Τοῦτο ὑπῆρξε, τότε, τὸ πρῶτον βῆμα, εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ τοῦ μοντερνισμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐνῷ, συγχρόνως, ἤλλαξεν ὁ τρόπος τῆς ζωῆς της, ὥστε, νὰ ἀχθῇ αὕτη, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐγγύτατα πρὸς τὰς αἱρετικὰς Ὁμολογίας καὶ φατρίας. Ἐκ τῆς ἐπόψεως ταύτης, ἡ τοιαύτη υἱοθέτησις τοῦ Δυτικοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου, ἦτο μία κατάφωρος παράβασις τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ, ταυτοχρόνως, ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία ἀσυγκρατήτου τάσεως ἀπομονώσεως τῶν πιστῶν ἀπὸ ἐκείνους οἴτινες διδάσκουν ἀντιθέτος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, δημιουργήσασα τὸ ὑφιστάμενον μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ρεῦμα ἀντιπαθείας πρὸς τὴν προσέγγισιν καὶ ὁμοίωσιν πρὸς τὸν αἱρεσιογόνον Παπισμὸν, Προτεσταντισμὸν καὶ ἐκκοσμικευμένον Μοντερνισμὸν.

Ὑπενθιμίζομεν τὸν 65ον Ἀποστολικὸν Κανόνα τοὺς 32ον, 33ον καὶ 37ον Κανόνας τῆς Λαοδικείας καὶ τὰς Ἐντολὰς τοῦ Θεορρήμονος Παύλου εἰς τὰς Ἐπιστολὰς αὐτοῦ πρὸς Τίτον (3, 10). Τὸ φρικτὸν προϊὸν τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως ἦτο ὁ βιασμὸς καὶ ἡ παράβασις τῆς ἑνότητος εἰς τὰς προσευχὰς καὶ Λειτουργίας τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἐν διαφόροις χώραις. Οὕτω, ἐνῷ ἔνιοι ἐξ αὐτῶν ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα, ὁμοῦ μετὰ τῶν αἱρετικῶν, ἕτεροι ἐξηκολούθουν νηστεύοντες! Ἐνίοτε, τοιοῦτως διχασμὸς συμπίπτει καὶ εἰς τὴν αὐτὴν, ἐκασταχοῦ, Ἐκκλησίαν [π.χ. εἰς Ἑλλάδα, Ρουμανία, Κύπρο, κλπ.], καὶ μερικὲς φορὲς τὸ Πάσχα ἑορτάζεται συμφώνως πρὸς τὸ Δυτικὸν Παπικὸν Πασχάλιον τῶν αἱρετικῶν παραφυάδων [π.χ. εἰς Ρουμανία, Φιλλανδία, κλπ.]. Ἐπὶ τῷ τέλει, ἐν τούτοις, τῆς συμπλησιάσεως πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων καὶ παραφυάδων, παραβιάζεται σήμερον, ἀναφανδὸν καὶ ἀσυστόλως, ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ Παπιστῶν, ὁ Ι΄ Κανών τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καθ’ ὅν, οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ, ταυτοχρόνως, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δέον νὰ ἑορτάζωσι καὶ νὰ δοξάζωσι τὴν Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Ἀνάστασιν, καθ’ ἄπαντα τὸν κόσμον...

Δὲν δύναται νὰ διαφύγῃ τῆς εὐαισθήτου συνειδήσεως πλείστων τέκνων τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ Ἡμερολογιακὴ μεταρρύθμισις, προητοίμασε τὸ ἔδαφος καὶ ὑπέσκαψε τὰ θεμέλια διὰ μίαν ἀναθεώρησιν τῆς συνόλου τάξεως τῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἥτις ὑπῆρξεν εὐλογημένη ὑπὸ τῶν Θεοπνεύστων ἀποφάσεων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἤδη, εἰς τὴν Πανορθόδοξον ἐκείνην Διάσκεψιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατὰ τὸ 1923, τὸ θέμα τοῦ δευτέρου γάμου τῶν Κληρικῶν, ἀνέκυψε μεθ’ ἑτέρων πολλῶν θεμάτων. Καὶ προσφάτως, ὁ Ἕλλην Ἀρχιεπίσκοπος Βορείου καὶ Νοτίου Ἀμερικῆς Ἰάκωβος, προέβη εἰς δήλωσιν ἐπιδοκιμάζουσαν τὸν γάμον τῶν Ἐπισκόπων! («Ἑλληνικὰ Χρονικὰ» 23 Δεκεμβρίου 1971). Ἡ ἱσχὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι αὔτη διατηρεῖ ἀπαραφθάρτους τὰς ἀρχὰς τῆς Ἱερᾶς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως. Παρὰ ταῦτα, ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, οἴτινες ἐπιχειροῦν νὰ συμπεριλάβουν εἰς τὰ θέματα τῆς μελλούσης μεγάλης Συνόδου, οὐχὶ ἀπλῶς μίαν ἀνταλλαγὴν γνωμῶν διὰ τὴν καλυτέραν μεθοδολογίαν πρὸς διασφάλισιν τηρήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἀλλὰ, τουναντίον, μίαν πονηρίαν πρὸς ἐφεύρεσιν μεθόδειῶν διὰ μίαν ριζικὴν ἀναθεώρησιν τῆς ὅλης Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀρχῆς γενομένης διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Νηστειῶν, τοῦ δευτέρου γάμου τῶν Κληρικῶν κλπ., εἰς τρόπον, ὥστε, ἡ ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νὰ ἔλθῃ ἐγγύτατα πρὸς τὴν τοιαύτην τῶν αἱρετικῶν Ὁμολογιῶν καὶ αἱρεσιοβριθῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων...

Ἐν τῷ μεταξύ, δραστηριότητες σκοποῦσαι τὴν δημιουργίαν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, μέσῳ μιᾶς ἀπατηλῆς Ἑνώσεως διαφόρων ἑτεροκλήτων Ὁμολογιῶν, ἄνευ προσοχῆς, σεβασμοῦ καὶ πίστεως πρὸς τὴν Ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, διαφυλασσομένη μόνον ἐντὸς τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, θὰ ὁδηγήσουν ἡμᾶς μόνον ἔξω καὶ μακρὰν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ δή, ἐν τῷ βασιλείῳ τοῦ ἀντιχρίστου! Δέον νὰ κατανοηθῇ, ὅτι, αἱ συνθῆκαι, αἵτινες ἤγαγον τὸν Σωτῆρα νὰ διερωτηθῇ, ἐὰν κατὰ τὴν Δευτέραν Παρουσίαν Του, θὰ εὕρισκεν ἀκόμη τὴν Πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς, ἐνισχύονται οὐ μόνον ἀπὸ τὴν ἀπροσχημάτιστον ἐπέκτασιν τῆς προπαγάνδας ὑπὲρ τοῦ ἀθεϊσμοῦ, ἀλλ’ ὡσαύτως καὶ ἀπὸ τὴν ἀσύστολον διάδοσιν τῆς συγχρόνου λύμης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ...

Τούτων πάντων ἕνεκεν, ἤδη ἀνωτέρω ἐκτεθέντων, τὰ σεβασμιώτατα μέλη τῆς Ἡμετέρας Συνόδου τῶν Ἐπισκόπων, ὁμοθύμως συνεφώνησαν καὶ συναπεφάσισαν νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸν Οἰκουμενισμὸν ὡς μίαν ἐξόχως ἐπικίνδυνον Αἵρεσιν...

Ζητοῦμεν καὶ παρακαλοῦμεν ἄπαντας, ὅπως, πρὸ ἄλλου τινὸς, ἀναπέμψωσι θερμὰς προσευχὰς, πρὸς τὸν Κύριον, ἵνα σώςῃ τὴν Ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν, ἐκ τῆς θυέλλης, ἥτις εἶναι ἐπὶ θύραις ἐκ τῆς νέας ταύτης Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ζητοῦμεν, ὅπως πράξωσι τὸ πᾶν, ὅπως διανοιγῶσιν οἱ πνευματικοὶ ὀφθαλμοὶ ἀπάντων τῶν πιστῶν, ἵνα κατανοήσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀπορρίψωσι τὸ ψεῦδος καὶ τὴν πλάνην. Δεόμεθα, ἐν τέλει, τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐνισχύῃ ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν ἀεὶ ἐν τῇ Ἀληθείᾳ καὶ τῇ καθαρότητι τῆς Πίστεως, ἥτις δέδοται ἡμῖν, πηγαίως, ἀδιαφθόρως καὶ ἀπαραχαράκτως καὶ παρέχῃ ἡμῖν πᾶσι τὴν δύναμιν ποδηγετήσεως τοῦ Ποιμνίου ἡμῶν ἐν τῇ εὐσεβεία καὶ τῇ ὀρθῇ καὶ ἀπαρεγκλίτῳ Ὀρθοδόξῳ Χριστιανικῇ Πίστει. Γένοιτο!

Ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Ἐκτὸς Ρωσίας.» (Ἀνοικτὴ Ἐπιστολὴ Μητρ. κ. Φιλαρέτου, 1972).


5. Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1972, εἰς τὸν Ἱερὸν Καθεδρικὸν Ναὸν Ἁγίου Νικολάου Μοντρεάλλης Καναδὰ, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ Μητροπολίτου κ. Φιλαρέτου Συνοδικῶς ἀναθεμάτησε τὸν Οἰκουμενισμὸν καὶ τὸν Μοντερνισμὸν (Νεωτερισμὸν).

6. Δεκέμβριος 1975: Ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος γράφη ἕτερο [Ἀντι-οικουμενιστικὸ] κείμενο, σχετικὰ μὲ τὴν λεγομένη «Ὁμολογία Θυατείρων», ἡ ὁποία εἶχε ἐκδοθῆ τότε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καὶ Μ. Βρετανίας Ἀθηναγόρα (Κοκκινάκη), μὲ ἔγκρισι τῆς συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλως, ἐπὶ πατριάρχου Δημητρίου, γιὰ νὰ καταδείξη ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ ἐπίσημη Ὁμολογία εἶναι ἕνα κείμενο ἐντελῶς αἱρετικοῦ πνεύματος, ποὺ προτρέπει σὲ συμπροσευχὴ καὶ μυστηριακὴ διακοινωνία μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς, τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζει πλήρως καὶ ἐντάσσει στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς νὰ ὁρίζη ὅρια εἰς αὐτήν!...

«Ἔκκλησις τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου πρὸς τοὺς Προκαθημένους τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καὶ τοὺς Σεβασμιωτάτους Ὀρθοδόξους Ἱεράρχας ΠΑΡΑΓΓΕΛΛΩΝ εἰς ἡμᾶς νὰ διατηρῶμεν σταθερῶς ἐν πᾶσι τὴν διακηρυχθεῖσαν Ὀρθόδοξον πίστιν ὁ ἅγιος Ἀπ. Παῦλος, ἔγραψε πρὸς τοὺς Γαλάτας:

«Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω.» (Γαλ. αʹ 8)

Τὸν μαθητήν του Τιμόθεον ἐδίδαξε νὰ παραμένῃ πιστὸς εἰς ὅσα τὸν ἐκατήχησε καὶ εἰς ὅσα ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτόν, ὡς γνωρίζων καλῶς ὑπὸ ποίου ἐκατηχήθη ταῦτα (Βʹ Τιμ. γʹ 14).

Τὰ ἀνωτέρω συνιστοῦν ἕνα δείκτην, τὸν ὁποῖον ἕκαστος Ἱεράρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὀφείλει νὰ ἀκολουθῇ καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλει ὑπακοὴν ἕνεκα τοῦ ὅρκου τῆς χειροτονίας του. Ὁ Ἀπόστολος γράφων σχετικῶς θέλει τὸν Ἐπίσκοπον:

«ἀντεχόμενον τοῦ κατὰ τὴν διδαχὴν πιστοῦ λόγου, ἵνα δυνατὸς ᾖ καὶ παρακαλεῖν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῇ ὑγιαινούσῃ καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ἐλέγχειν» (Τιτ. αʹ 9).

Εἰς τὸν παρόντα καιρὸν τῆς παγκοσμίου ἀμφιβολίας, συγχύσεως καὶ διαφθορᾶς ἀπαιτεῖται εἰδικῶς ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ὁμολογῶμεν τὴν ἀληθῆ διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ ποῖος θὰ ἀκούσῃ καὶ εἰς πεῖσμα τῆς κυκλούσης ἡμᾶς ἀπιστίας. Ἐὰν πρὸς χάριν τῆς προσαρμογῆς εἰς τὰς πλάνας τοῦ αἰῶνος τούτου σιγήσωμεν περὶ τῆς ἀληθείας, ἢ δώσωμεν μίαν διεφθαρμένην διδασκαλίαν χάριν τῆς εὐαρεστήσεως τοῦ κόσμου, τότε πράγματι θὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ποὺ ζητοῦν τὴν ἀλήθειαν λίθον ἀντὶ ἄρτου.

Ὅσον ὑψηλότερα ἵσταται αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ παρομοίως, τόσον μεγαλύτερον εἶναι καὶ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται ὑπ᾿ αὐτοῦ, καὶ μάλιστα αἱ συνέπειαί του. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν μεγίστην θλῖψιν μᾶς προεκάλεσεν ἡ ἀνάγνωσις τῆς καλουμένης «Ὁμολογίας Θυατείρων», ἡ ὁποία προσφάτως ἐκυκλοφορήθη εἰς τὴν Εὐρώπην μὲ τὴν ἰδιαιτέραν εὐλογίαν καὶ ἐπιδοκιμασίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τοῦ Πατριάρχου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.

Γνωρίζομεν ὅτι ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Θυατείρων (Λονδίνου) Ἀθηναγόρας εἶχε παρουσιάσει εἰς τὸ παρελθὸν σημεῖα ὁμολογητοῦ τῆς Ὀρθοδόξου ἀληθείας, καὶ συνεπῶς οὐδόλως ἀνεμένομεν ἀπ᾿ αὐτὸν μίαν τοιαύτην ὁμολογίαν, ἡ ὁποία πόρρω ἀπέχει τῆς Ὀρθοδοξίας.

Παρὰ ταῦτα, ἐὰν τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἦτο μόνον μία προσωπικὴ ἔκφρασις τοῦ ἰδίου, δὲν θὰ ἐγράφομεν. Παρεκινήθημεν εἰς τοῦτο περισσότερον, διότι ἐπὶ τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἐναπόκειται ἡ σφραγὶς τῆς ἀποδοχῆς ὁλοκλήρου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Πατριάρχου Δημητρίου καὶ τῆς Συνόδου του. Ἐπὶ εἰδικοῦ Πατριαρχικοῦ πρωτοκόλλου ἀπευθυνομένου πρὸς τὸν Μητροπολίτην Ἀθηναγόραν ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἐργασία του ἐξητάσθη ὑπὸ εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν ἀποδοχὴν αὐτῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ πατριάρχης συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν του διὰ τὴν ἔκδοσιν «τῆς λαμπρᾶς αὐτῆς ἐργασίας», ὡς γράφει. Συνεπῶς ἡ εὐθύνη διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ μεταφέρεται τώρα ἀπὸ τὸν Μητροπολίτην Ἀθηναγόραν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἱεραρχίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

Αἱ προηγηθεῖσαι ἡμέτεραι Ἐπιστολαὶ τοῦ Πόνου ἔχουν ἤδη ἐκφράσει τὴν θλῖψιν ποὺ μᾶς κατέλαβεν, ὅταν ἀπὸ τὸν Θρόνον τῶν Ἁγίων Χρυσοστόμου, Πρόκλου, Ταρασίου, Φωτίου καὶ πολλῶν ἄλλων Ἁγίων Πατέρων, ἀκούομεν μίαν διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν χωρὶς ἀμφιβολίαν οἱ ἀνωτέρω Ἅγιοι θὰ κατεδίκαζον καὶ θὰ παρέδιδον εἰς τὸ ἀνάθεμα.

Εἶναι θλιβερὸν νὰ γράφεται τὸ ἀνωτέρω. Πόσον θὰ ηὐχόμεθα νὰ ἠκούομεν ἀπὸ τὸν Θρόνον τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἐγέννησε τὴν ἡμετέραν Ρωσικὴν Ἐκκλησίαν, ἕνα μήνυμα τῆς χρηστότητος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁμολογίας τῆς ἀληθείας ἐν τῷ πνεύματι τῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν της. Μετὰ πόσης χαρᾶς θὰ ἀπεδεχόμεθα ἕνα τοιοῦτον μήνυμα, τὸ ὁποῖον θὰ μετεδίδαμε πρὸς οἰκοδομὴν καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Πλήρωμα. Ἀντιθέτως νῦν μία μεγάλη θλῖψις ἔχει προκληθῆ εἰς ἡμᾶς ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς ἀνάγκης νὰ προειδοποιήσωμεν τὸ Ποίμνιόν μας, ὅτι ἀπὸ τὴν κάποτε πηγὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας νῦν προέρχεται ἕνα σκανδαλῶδες μήνυμα διαφθορᾶς (τῆς Ἀληθείας).

Ἐὰν κανεὶς ξεφυλλίσῃ τὴν «Ὁμολογίαν Θυατείρων», ἀλλοίμονον! ὑπάρχουν τόσαι ἐσωτερικαὶ ἀντιφάσεις καὶ ἀντορθόδοξοι σκέψεις, ὥστε ἐὰν ἤθελε τὰς ἀριθμήσει θὰ ἔπρεπε νὰ γράψῃ ἕνα ὁλόκληρον βιβλίον. Νομίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ πράξωμεν. Εἶναι ἱκανὸν δι᾿ ἡμᾶς νὰ ὑπογραμμίσωμεν τὸ κύριον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐρείδεται καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται ἡ ἀντορθόδοξος διδαχή, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὴν ὁμολογίαν ταύτην.

Ὁ Μητροπολίτης Ἀθηναγόρας εἰς ἓν σημεῖον (σ. 60) γράφει πολὺ δικαιολογημένα, ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία των εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἥτις καὶ κατέχει τὴν πληρότητα τῆς Καθολικῆς Ἀληθείας. Ὁ αὐτὸς ἐπίσης ἀναγνωρίζει, ὅτι αἱ ἄλλαι ὁμολογίαι δὲν ἔχουν διατηρήσει αὐτὴν τὴν Πληρότητα. Ἀλλὰ περαιτέρω, φαίνεται ὅτι ἐλησμόνησεν, ὅτι κάθε διδασκαλία, ἥτις ἀφίσταται τοῦ σεβασμοῦ τῆς Ἀληθείας, δι᾿ αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἐσφαλμένη. Οἱ ἀνήκοντες εἰς θρησκευτικὴν κοινότητα ποὺ ὁμολογεῖ μίαν τοιαύτην διδασκαλίαν, εἶναι ἤδη χωρισμένοι τῆς μιᾶς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας.

Ὁ Μητροπολίτης Ἀθηναγόρας βεβαίως τὸ ἀναγνωρίζει αὐτό, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τοὺς ἀρχαίους αἱρετικούς, ὡς ἦσαν οἱ Ἀρειανοί, ὅταν ὅμως ὁμιλῇ περὶ τῶν συγχρόνων του, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψει τὰ ἀνωτέρω. Ἀναφορικῶς λοιπὸν πρὸς αὐτοὺς (τοὺς συγχρόνους), μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἔχωμεν ὡς ὁδηγοὺς οὐχὶ τὴν ἀρχαίαν Παράδοσιν καὶ τοὺς Κανόνας, ἀλλὰ «τὴν νέαν διάθεσιν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ σήμερον μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν» (σ. 12) καὶ «τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν» (σ. 11).

Τυγχάνει ὅμως αὐτὸ σύμφωνον πρὸς τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἁγίων Πατέρων; Ἂς ἀναμνησθῶμεν τοῦ αʹ Κανόνος τῆς Ζʹ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος μᾶς δίδει ἕνα τελείως διαφορετικὸν κριτήριον ἀναφορικῶς πρὸς τὴν σκέψιν καὶ ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας μας. «Τοὺς τὴν ἱερατικὴν λαχοῦσιν ἀξίαν» γράφει, «μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα αἱ τῶν Κανονικῶν Διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις». Καὶ περαιτέρω: «...τοὺς θείους Κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἓξ Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· ἐξ ἑνὸς ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα».

Ἐν ἀντιθέσει καὶ προκλήσει πρὸς τὴν ἀνωτέρω ἀρχήν, εἰς τὴν «Ὁμολογίαν Θυατείρων» ἡ ἔμφασις γίνεται συνεχῶς ἐπὶ «τῆς νέας διαθέσεως». «Οἱ Χριστιανοὶ σήμερον», γράφει, «ἐπισκέπτονται Ἐκκλησίας καὶ προσεύχονται μὲ ἄλλους Χριστιανοὺς διαφόρων παραδόσεων, μὲ τοὺς ὁποίους εἰς τὸ παρελθὸν ἦτο ἀπηγορευμένον νὰ σχετίζωνται, διότι ἐθεωροῦντο αἱρετικοί...» (σ. 12).

Ἀλλὰ ποῖος ἦτο προηγουμένως αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀπηγόρευεν αὐτὰς τὰς προσευχάς; Δὲν ἦτο ἡ Ἁγία Γραφή, οἱ Ἅγιοι Πατέρες, αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι; Καὶ τὸ θέμα εἶναι ὅτι μόνον ἐκαλοῦντο αἱρετικοὶ καὶ δὲν ἐθεωροῦντο τοιοῦτοι καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν;

Ὁ αʹ Κανὼν τοῦ Μ. Βασιλείου παρέχει ἕνα διαυγῆ ὁρισμὸν τῆς ὀνομασίας τῶν αἱρετικῶν: «Οἱ παλαιοὶ (Πατέρες) ὠνόμασαν (αἱρετικοὺς) τοὺς παντελῶς ἀπερρηγμένους καὶ κατ᾿ αὐτὴν τὴν πίστιν παντελῶς ἀπηλλοτριωμένους». Δὲν ἀναφέρεται τοῦτο ἀκριβῶς εἰς ἐκείνας τὰς δυτικὰς ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐκπέσει τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος παραγγέλλει ἡμῖν: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ. γʹ 10), ἐνῶ ἡ «Ὁμολογία Θυατείρων» προσκαλεῖ ἡμᾶς εἰς μίαν μετ᾿ αὐτῶν προσευχητικὴν κοινωνίαν.

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Ὁ 45ος Ἀποστολικὸς Κανὼν διατάσσει: «Ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω...». Ὁ 64ος Ἀποστολικὸς Κανὼν καὶ ὁ 33ος Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας ἀπαγορεύει νὰ λαμβάνωμεν εὐλογίας ἐξ αἱρετικῶν. Ἡ «Ὁμολογία Θυατείρων» ἀντιθέτως καλεῖ ἡμᾶς εἰς συμπροσευχὴν μετ᾿ αὐτῶν καὶ προχωρεῖ μάλιστα ἔτι περαιτέρω, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς Ὀρθοδόξους χριστιανοὺς νὰ λαμβάνουν θείαν Κοινωνίαν καὶ νὰ τὴν δίδουν εἰς αὐτούς.

Ὁ ἴδιος ὁ Μητροπολίτης Ἀθηναγόρας δίδει τὴν πληροφορίαν ὅτι, εἰς τὴν Ἀγγλικανικὴν Ὁμολογίαν μέγα μέρος ἐπισκόπων καὶ πιστῶν δὲν ἀναγνωρίζουν οὔτε τὸν ἐπισκοπικὸν βαθμόν, οὔτε τὴν ἁγιότητα τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, οὔτε τὴν μεταποίησιν τῶν Τιμίων Δώρων εἰς τὴν Θ. Λειτουργίαν, οὔτε ἄλλα Μυστήρια, οὔτε τὴν τιμὴν τῶν ἁγίων Λειψάνων. Ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεὺς τῆς «Ὁμολογίας» ὑποδεικνύει τὰ ἄρθρα τῆς Ἀγγλικανικῆς Ὁμολογίας, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ ἀνωτέρω ἀναφέρονται. Εἰσέτι δὲ καταφρονῶν πάντα ταῦτα, ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς νὰ λαμβάνουν Θ. Κοινωνίαν ἀπὸ τοὺς Ἀγγλικανοὺς καὶ τοὺς Καθολικούς, καὶ εὑρίσκει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταλαμβάνουν αὐτοὺς εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

Ποῦ στηρίζεται αὐτὴ ἡ ἐνέργεια; Ἐπὶ τῆς διδασκαλίας τῶν Ἁγίων Πατέρων; Ἐπὶ τῶν Κανόνων; Οὐχί! Ἡ μόνη δικαιολογία δι᾿ αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀντικανονικότης αὕτη ὑφίσταται μέν, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπάρχει καὶ μία «φιλία», ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ὑπὸ τῶν Ἀγγλικανῶν πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους.

Ἐν τούτοις, ἀνεξαρτήτως ποῖαν θέσιν λαμβάνει κάποιος ποὺ ἐπιτρέπει μίαν ἀπαγορευμένην ὑπὸ τῶν Κανόνων πρᾶξιν, καὶ ἀνεξαρτήτως τί εἴδους φιλία ἔχει ἐμπνεύσει αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν, αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιώσῃ μίαν πρᾶξιν καταδικαζομένην ὑπὸ τῶν Κανόνων. Τί ἀπάντησις θὰ δοθῇ εἰς τὸν οὐράνιον Κριτὴν ὑπὸ τῶν Ἱεραρχῶν ποὺ συμβουλεύουν τὰ πνευματικά των τέκνα νὰ λαμβάνουν ἀντὶ τῆς ἀληθοῦς Κοινωνίας, αὐτήν, τὴν ὁποίαν συχνὰ ὁ προσφέρων ταύτην δὲν ἀναγνωρίζει ὡς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ;

Μία τοιαύτη παρανομία προέρχεται ἀπὸ τὴν τελείως αἱρετικήν, Προτεσταντικὴν ἢ —διὰ νὰ ἐκφρασθῶμεν εἰς τὴν σύγχρονον γλῶσσαν— οἰκουμενιστικὴν διδασκαλίαν τῆς «Ὁμολογίας Θυατείρων» περὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δὲν βλέπει αὕτη ὅρια εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. «Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα» διαβάζομεν εἰς αὐτήν, «εἶναι περισσότερον δύναμις καὶ ἐνεργεῖ μέσα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν. Δι᾿ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὅρια, ἀλλὰ διηνεκῶς ἐπεκτείνονται· ἔχει θύρα, ἀλλὰ ὄχι τοίχους» (σ. 77).

Ἀλλὰ ἐὰν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐνεργῇ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, τότε διατὶ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἔλθῃ ὁ Σωτὴρ εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ τὴν ἱδρύσῃ; Ἡ φροντὶς διὰ τὴν διατήρησιν καὶ ὁμολογίαν τῆς αὐθεντικῆς ἀληθείας, μία φροντὶς ἡ ὁποία ἔχει διαβιβασθῆ εἰς ἡμᾶς διὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, καταντᾶ περιττὴ διὰ τῆς ἀνωτέρω ἐκδοχῆς.

Καίτοι ἡ «Ὁμολογία» λέγει, εἰς τὴν σελ. 60, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δύναται «δικαίως νὰ διεκδικήσῃ εἰς τὴν στιγμὴν αὐτὴν τῆς Ἱστορίας, ὅτι εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἵδρυσεν ἐπὶ τῆς γῆς», δὲν βλέπει οὐδεμίαν ἀναγκαιότητα ἀδιαφθόρου διατηρήσεως τῆς Πίστεώς της, ἐπιτρέπων διὰ τοῦτο τὴν συνύπαρξιν Ἀληθείας καὶ πλάνης. Εἰς πεῖσμα τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι ὁ Χριστὸς παρέστησεν Αὐτῷ ἑαυτὴν «ἔνδοξον τὴν Ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἢ τι τῶν τοιούτων» (Ἐφ. εʹ 27), ἡ «Ὁμολογία Θυατείρων» παρουσιάζει τὴν Ἐκκλησίαν ὡς ἑνοῦσαν ἐν ἑαυτῇ ἀμφότερα, Ἀλήθειαν καὶ ὅ,τι ἔχει ἡ ἰδία ἀναγνωρίσει ὡς ἀποστασίαν, δηλαδὴ τὴν αἵρεσιν, καίτοι ἡ τελευταία ἔκφρασις δὲν χρησιμοποιεῖται ἐνταῦθα.


Ἡ ἀπόρριψις μιᾶς τοιαύτης διδασκαλίας ἔχει διαυγῶς ἐκφρασθῆ εἰς τὴν περίφημον «Ἐπιστολὴν τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς», ἀναφορικῶς πρὸς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν: «Ὁμολογοῦμεν ἄνευ ἀμφιβολίας ὡς σταθερὰν πίστιν, ὅτι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ σφάλλῃ ἢ πλανηθῇ καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὸ ψεῦδος εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἀληθείας, διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πάντοτε ἐνεργοῦν διὰ μέσου τῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι πιστῶς τὴν ὑπηρετοῦν, διατηρεῖ αὐτὴν μακρὰν πάσης πλάνης» (12).

Ὁ συγγραφεὺς τῆς «Ὁμολογίας Θυατείρων», ὑπείκων εἰς τὸ νέον δόγμα τῆς εὐαρεστήσεως τῶν καιρῶν, λησμονεῖ τελείως τὴν παραγγελίαν τοῦ Σωτῆρος, τὴν λέγουσαν: «ἐὰν ὁ ἀδελφὸς καὶ τῆς Ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης» (Ματθ. ιηʹ 17), καὶ τὴν παρομοίαν παραγγελίαν τοῦ Ἀποστόλου: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ. γʹ 10).

Ὅθεν μετὰ μεγίστης θλίψεως πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ καλουμένη «Ὁμολογία Θυατείρων» ἀντηχεῖ ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως οὐχὶ τὴν φωνὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀληθείας, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν φωνὴν τῆς ὁσημέραι ἐπεκτεινομένης πλάνης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ τώρα μὲ αὐτοὺς ποὺ «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο Ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος;» (Πραξ. κʹ 28). Ἡ ἀνωτέρω ἐσφαλμένη διδαχή, ἐπισήμως διακηρυχθεῖσα ἐν τῷ ὀνόματι τῆς καθόλου Ἐκκλησίας τῆς Κων/λεως, θὰ παραμείνῃ χωρὶς διαμαρτυρίας ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν τοῦ Θεοῦ; Θὰ συνεχισθῇ εἰσέτι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἡ προδοσία τῆς ἀληθείας διὰ τῆς σιωπῆς;

Μὲ τὸ νὰ εἶμαι ὁ νεώτερος ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ προεδρεύουν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ηὐχόμεθα καὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ ἠκούομεν τὰς φωνὰς τῶν πρεσβυτέρων ἡμῶν, προτοῦ ὁμιλήσωμεν δημοσίᾳ. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἡ φωνὴ αὐτὴ δὲν ἠκούσθη. Ἐὰν δὲν ἔχουν γνωρίσει εἰσέτι τὸ περιεχόμενον τῆς «Ὁμολογίας Θυατείρων», τοὺς ἱκετεύομεν νὰ μελετήσουν αὐτὴν προσεκτικῶς καὶ νὰ μὴ τὴν ἀφήσουν ἄνευ καταδίκης.

Εἶναι φοβερὸν καὶ μόνον τὸ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφερθοῦν εἰς ἡμᾶς οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου, οὓς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Λαοδικείας: «Οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ, οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστὸς· οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου» (Ἀποκαλ. γʹ 15-6).

Προειδοποιοῦμεν τὸ Ποίμνιόν μας καὶ ἐνημεροῦντες τοὺς συμποιμενάρχας μας, καλοῦμεν αὐτοὺς εἰς ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἕνεκα τῆς κοινῆς εὐθύνης διὰ τὸ Ποίμνιόν μας ἐνώπιον τοῦ Οὐρανίου Ἀρχιποίμενος. Ἱκετεύομεν αὐτοὺς νὰ μὴ καταφρονήσουν τὴν προειδοποίησίν μας καὶ οὕτω μία φανερὰ ἀκρωτηρίασις τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας παραμείνει χωρὶς κατηγορίαν καὶ καταδίκην.

Ἡ εὐρεῖα κυκλοφορία τῆς «Ὁμολογίας» μᾶς παρεκίνησε νὰ πληροφορήσωμεν ὅλην τὴν Ἐκκλησίαν διὰ τὴν θλῖψιν μας. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ἡ κραυγή μας αὕτη θὰ εἰσακουσθῇ.

Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου τῆς ἐν Διασπορᾷ Ὀρθοδόξου Ρωσικῆς Ἐκκλησίας,
† Μητροπολίτης Φιλάρετος
   Νέα Ὑόρκη
   6η Δεκεμβρίου, 1975»

7. Τὴν 18ην Αὐγούστου 1983 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς ἀναθεμάτησε τὴν παναίρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἡ πρᾶξις γράφει:

«Τοῖς βάλλουσι κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ διδάσκουσιν ὅτι ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μεμέρισται ἐν οὔτω καλουμένοις «κλάδοις», οἴτινες διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐν διδασκαλίᾳ καὶ τρόπῳ ζωῆς, ἥ ὅτι ἡ Ἐκκλησία οὔχ ὑφίσταται ὁρατῶς, ἀλλ’ ἀπαρτισθήσεται ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν ἄπαντες οἱ «κλάδοι» ἤ τμήματα ἤ ὁμολογίαι ἤ προσέτι καὶ θρησκεῖαι ἑνωθοῦσιν ἐν ἑνὶ σώματι, καὶ οἴτινες οὔ διακρίνουσι τὴν ἱερωσύνην καὶ τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην καὶ τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι τὸ βάπτισμα καὶ ἥ εὐχαριστία τῶν αἱρετικῶν εὶσὶν ἰκανὰ πρὸς σωτηρίαν, ὡσαύτως, τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς προμνημονευθεῖσιν αἱρετικοῖς ἤ συνηγοροῦσι, διαδίδουσι, ἤ ὑπεραμυνομένοις τῆς καινοφανοῦς αὐτῶν αἱρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἐν προσχήματι ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἤ ὑποτιθέμενης ἑνώσεως τῶν διαχωρισθέντων Χριστιανῶν, ΑΝΑΘΕΜΑ.»

Τὴν ἀπόφασιν ὑπέγραψαν οἱ Ἀρχιερεὶς: Νέας Ὑόρκης κ. Φιλάρετος, Σικάγου κ. Σεραφείμ, Ἀργεντινῆς κ. Ἀθανάσιος, Μοντρεάλης κ. Βιτάλιος, Ἀγγελουπόλεως κ. Ἀντώνιος, Γενεύης κ. Ἀντώνιος, Φραγκεσκουπόλεως κ. Ἀντώνιος, Καράκων κ. Σεραφείμ, Αὐστραλίας κ. Παῦλος, Συρακουσῶν κ. Λαῦρος, Βρετανίας κ. Κωνσταντῖνος, Φλωρίδος κ. Γρηγόριος, Βερολίνου κ. Μάρκος καὶ Ὀχίου κ. Ἀλύπιος. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διέταξεν ὅπως διαβασθῇ ὁ ἀναθεματισμὸς ἐν τῷ Ἱερῷ Συνοδικῷ καθεκάστην Κυριακὴν τῆς Ὀρθοδοξίας.

ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ Η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 

Πηγή: Καλλινίκου Ἱερομονάχου Ἁγιορείτου (ἐπιμελ.), «Ὀρθόδοξος Μαρτυρία - Ἀντιοικουμενιστικὰ κείμενα», σελ. 62-68, Ἅγιον Ὄρος, Ἀθῆναι 1985.

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς: Μην ανέχεστε άλλες λοξοδρομίες και πλάνες από τους ιερείς και αρχιερείς σας!




Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας 




«Στα έσχατα χρόνια το κακό και η αίρεση θα έχει τόσο εξαπλωθεί που οι πιστοί δε θα βρίσκουν ιερέα και ποιμένα να τους προστατέψει από την πλάνη και να τους συμβουλέψει στη σωτηρία. Τότε, οι πιστοί δε θα μπορούν να δεχτούν ασφαλείς οδηγίες από ανθρώπους, άλλα οδηγός τους θα είναι τα κείμενα των Αγίων Πατέρων. Ιδίως σε αυτή την εποχή, ο κάθε πιστός θα είναι υπεύθυνος για όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας. Αδελφοί, καιρός να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας απέναντι στο Θεό και την ιστορία. Μην ανέχεστε άλλες λοξοδρομίες και πλάνες από τους ιερείς και αρχιερείς σας! Μην κάνετε τα «στραβά μάτια», είστε συνυπεύθυνοι! Οι Άγιοι σας προειδοποιούν…»

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας



Οι σύγχρονοι άγιοι Ιάκωβος Τσαλίκης και Αμφιλόχιος Μακρής, πολέμιοι του Οικουμενισμού


Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης



Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦμε τούς ἁγίους πατέρες μας, καί ὄχι τούς συγχρόνους οἰκουμενιστές, καί αὐτούς ἔχουμε ὡς πρότυπα, ὑποδείγματα καί ποδηγέτες στή ζωή μας.

Ἄς δοῦμε, λοιπόν, ἐν συντομίᾳ μερικά περιστατικά ἀπό τόν βίο τῶν συγχρόνων ἁγίων μας, πού ἀποδεινύουν τήν ὀρθόδοξη στάση τους ἔναντι τῶν αἱρετικῶν.

Αποτείχιση η μόνη οδός σωτηρίας. 

Ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος Τσαλίκης

α) Διηγεῖται ὁ Ὅσιος Ἰάκωβος : «Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι μας ἕνας Προτεστάντης πάστορας. Ὅταν μὲ ἐνημέρωσαν ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος εἶναι ‘’ἱερέας’’ τῶν Προτεσταντῶν, τὸν πλησιάσαμε καὶ τὸν ξεναγήσαμε στὸ Μοναστήρι μας. Μετά, εἶπα νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαγητό. Ἐγὼ δὲν κάθησα μαζί του στὸ τραπέζι, ἀλλὰ ἀποσύρθηκα στὸ κελί μου. Διότι, αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Οἱ Πατέρες ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχὴ ποὺ προηγεῖται τῆς κοινῆς τραπέζης».

β) Σὲ ἄλλη περίπτωση ἐπισκέφθηκαν τὸ Μοναστήρι δύο ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι καὶ μιὰ ἡλικιωμένη κυρία, Παπική, ρωσικῆς καταγωγῆς, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ γίνει Ὀρθόδοξη. Ὅταν στὸν Γέροντα ἀναφέρθηκε ὅτι, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὰ ἄτομα αὐτὰ εἶναι ἀρκετό τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος, χωρὶς τὸ Βάπτισμα, ὁ Γέροντας εἶπε : «Δὲν γνωρίζω τί ἀποφάσισε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζω, εἶναι ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο λέει : ‘’ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς σωθήσεται’’. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κανονικά το μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος».

γ) Καὶ σὲ ἕνα τρίτο περιστατικὸ ἑνὸς Παπικοῦ, ποὺ θέλησε νὰ βαπτισθεῖ, ἀφοῦ προηγουμένως ὁ «ὀρθόδοξος» ἐπίσκοπος τοῦ εἶπε ὅτι δὲν χρειάζεται βάπτισμα, ἀλλά μόνο χρίσμα, χωρὶς νὰ σχολιάσει τὴν παραπάνω ἀντιμετώπιση, ἔφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στὸ Μοναστήρι καί, βοηθούμενος ἀπὸ ἕνα ἀρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικὰ τὸν ἐν λόγῳ ἄνθρωπο στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους[3].

Ὁ Ὅσιος Ἀμφιλόχιος Μακρῆς

῾Ο Γέροντας᾽Αμφιλόχιος ἔδρασε σέ ὅλη του τή ζωή καί σέ ὅλους τούς τομεῖς, πού τοῦ ἀνέθεσε ἡ ᾽Εκκλησία ἱεραποστολικά. Δεχόταν μέ τήν ἴδια ἀγάπη καί τούς ᾽Ορθόδοξους καί τούς αἱρετικούς, χωρίς αὐτό, φυσικά, νά σημαίνει ὅτι ἔκαμνε ὁποιαδήποτε ὑποχώρηση δογματική ἤ στά τῆς πίστεως. Οἱ αἱρετικοί μπροστά του ἔκλιναν τό γόνυ τους καί ἀρκετοί μεταστράφηκαν στήν ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν ᾽Ορθοδοξία μας.

Ὁ Γέροντας ἀπέρριπτε βέβαια τήν ὑποταγή τῶν Ὀρθοδόξων στό «ἀλάθητο» τοῦ Πάπα, διότι κάτι τέτοιο θά σήμαινε τήν ἐξασθένηση καί τήν ὑποδούλωση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐπιθυμοῦσε, ὅμως, τήν ἐπιστροφή τοῦ Ποντίφηκα στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Προσευχόταν γιά τήν ἐπιστροφή τῶν αἱρετικῶν στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κάθε μέρα, καί συμμεριζόταν στό θέμα αὐτό τίς ἀπόψεις τοῦ συγχρόνου ὁμολογητοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς[4].

Τήν περίοδο ἐκείνη, πού εἶχαν ἀρχίσει τά ἀλισβερίσια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τό Βατικανό, ἦταν φυσικό νά πάρουμε τή γνώμη τοῦ Γέροντα : «῾Ο Χριστός, παιδιά μου, ἴδρυσε μία ἐκκλησία, τήν ᾽Εκκλησία μας, τήν ᾽Ορθοδοξία μας. Μόνο αὐτή κρατάει ἀνόθευτη καί ἀκέραια τή διδασκαλία Του. ῞Ολοι οἱ ἄλλοι κάτι πρόσθεσαν ἤ κάτι ἀφαίρεσαν, γι᾽ αὐτό εἶναι σχισματικοί ἤ αἰρετικοί. Πάντως οἱ παπικοί θέλουν μέ κάθε τρόπο νά μᾶς ὑποτάξουν καί νά μᾶς ἀφομοιώσουν. Τό τί ὑπέφεραν οἱ ᾽Ορθόδοξοι ῞Ελληνες κατά τήν κατοχή τῶν Δωδεκανήσων ὄχι μόνον ἀπό τούς ᾽Ιταλούς στρατιῶτες ἀλλά καί ἀπό τούς ᾽Ιταλούς μισιονάριους πού εἶχαν ἔλθει στά Δωδεκάνησα γιά νά μᾶς παρασύρουν στόν παπισμό˙ χρειάζεται πολλή προσοχή καί προσευχή ἐκ μέρους μας. Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνοῦμε ὅτι τό σκάφος τῆς ᾽Εκκλησία μας δέν τό κυβερνοῦν ἄνθρωποι ἀλλά αὐτός ὁ ἴδιος Χριστός».

Τό 1937 ἦρθε σέ ρήξη μέ τούς ᾽Ιταλούς κατακτητές. ᾽Αντιστάθηκε μέ γενναιότητα καί σθένος στὰ σχέδια τους γιὰ τὸν ἐξιταλισμό τῶν Δωδεκανήσων, τήν αὐτονόμηση τῶν νησιῶν ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, καὶ τήν ὑπαγωγή τους στὸν Πάπα τῆς Ρώμης. Τό ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγώνα του ἦταν νά χάσει τήν ἡγουμενία καί νά ἐξορισθεῖ ἀπό τήν Πάτμο στήν ἡπειρωτική ῾Ελλάδα[5].

Ἡ στάση του ἦταν κρυστάλλινη καί ὁ διωγμός τῶν Ἰταλῶν κατακτητῶν ἐπεκύρωνε τήν ἄποψή του αὐτή.

Γιατί ἐξορίστηκε ὁ ἀείμνηστος ἀπό τούς Ἰταλούς; Δέν ἦταν προμελετημένη ἡ αὐτοκεφαλοποίηση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δωδεκανήσου, γιά νά ἀναγκάσουν τούς Δωδεκανησίους νά γίνουν, θέλοντας καί μή, οὐνίτες;

Αὐτός, καί μάλιστα μόνον αὐτός, περιερχόταν ἀπό τό ἕνα νησί στό ἄλλο καί μέ τόν ἀποστολικό του ζῆλο καί τήνἀφιλοκέρδεια, πού τόν διέκρινε, προσπαθοῦσε νά τονώσει τό θρησκευτικό συναίσθημα τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ[6].


[3] ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΣΤΩΦ, Ἀντιαιρετικά ἐφόδια, ὄχι νὰ ἐκτρέφουμε, ἀλλὰ νὰ ἐκτρέπουμε τὴν αἵρεσι, Σταμάτα 2013, σ. 55-56.

[4] ΑΡΧΙΜ. ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ, Ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος Μακρῆς˙ μιά σύγχρονη μορφή τῆς Πάτμου (1889-1970), ἐκδ. Ἑπτάλοφος.

[5] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΗΛΙΤΣΗΣ, π. ᾽Αμφιλόχιος Μακρῆς˙ Ὁ εὐπατρίδης Γέροντας καί τό πολύκορφο ὄρος τῆς Πάτμου, http://aktines.blogspot.com/2017/02/blog-post_883.html

[6] ΑΡΧΙΜ. ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ, ἔνθ'. ἀνωτ.

Η καταδίκη του Οικουμενισμού απο τους Σύγχρονους Αγίους.



15ος Κανόνας ΑΒ Συνόδου. 
Οἱ γὰρ δι' αἱρεσίν τινα, παρὰ τῶν ἁγίων Συνόδων ἢ Πατέρων κατεγνωσμένην......



Μία θρησκεία μόνο είναι, η Ορθόδοξος χριστιανική Θρησκεία. Και το πνεύμα αυτό το ορθόδοξον είναι το αληθές. Τα άλλα πνεύματα είναι πνεύματα πλάνης και οι διδασκαλίες τους είναι μπερδεμένες.
Πρέπει να δούμε πού είναι η αλήθεια. Και η αλήθεια είναι στην Ορθοδοξία. Εγώ την έχω ζήσει και την ξέρω, με τη χάρη του Θεού. Και έχω ζήσει, μέσα σε αγίους ανθρώπους, που πέφτουν, στο πνεύμα αυτό της αληθείας. Υπάρχουν πολλά φώτα που βλέπει κανείς και εντυπωσιάζεται. Μα ένα είναι το Φως το Αληθινό. Πρέπει να τα σκεφτούμε αυτά.

(Άγιος Πορφύριος)


… ζητούμε την ένωση των ανθρώπων διά της Παγκοσμιοποιήσεως, στην κοινωνική ένωση, στην εμπορική ένωση, στην πολιτισμική ένωση και, προπαντώς, εις την θρησκευτική ένωση, αυτό που ακριβώς λέμε Οικουμενισμός. Στη χοάνη αυτή να ρίξουμε όλες τις θρησκείες, να βγάλουμε αυτό που λέμε Οικουμενισμός. Θέτουμε, λοιπόν, «εκ ποδών» τον Θεόν, που σταμάτησε την πυργοποιΐα, τότε, και μας έδωσε την Πεντηκοστή. Τον διώχνουμε τον Θεό, δεν τον χρειαζόμαστε τον Θεό. Αυτή η ενότητα είναι ακραιφνώς, ακραιφνώς δαιμονική.

(Από ομιλία π. Αθαν. Μυτιληναίου για την Πεντηκοστή-
Νέος Πύργος Βαβέλ ο Οικουμενισμός)


Ο Σατανάς, φθονών το μεγαλείον της Ορθοδοξίας, η οποία παρέμεινε παρθένος αγνή, άμικτος από τα μιάσματα πλανών και αιρέσεων, ετεχνούργησε το νέον τούτο σχήμα του Οικουμενισμού.
………………………………………………………………………………………………………………………………….
Υπό το πρόσχημα της αγάπης κρύβεται ο Απατεών, ο οποίος προτρέπει τους Ορθοδόξους ν’ ανοίξουν τας θύρας και να δεχθούν και να εναγκαλισθούν όλους τους αιρετικούς, και τους αλλοθρήσκους ακόμη, και να γίνουν όλοι μία συναλοιφή.

(† επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης)



Επειδή βλέπω τον μεγάλον σάλον που γίνεται εις την Εκκλησίαν μας, εξ αιτίας των διαφόρων φιλενωτικών κινήσεων και των επαφών του Πατριάρχου μετά του Πάπα, επόνεσα και εγώ σαν τέκνον Της…
…Φαντάζομαι ότι θα με καταλάβουν όλοι, ότι τα γραφόμενά μου δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας βαθύς μου πόνος διά την γραμμήν και κοσμικήν αγάπην, δυστυχώς, του πατέρα μας κ. Αθηναγόρα. Όπως φαίνεται, αγάπησε μίαν άλλην γυναίκα μοντέρνα, που λέγεται Παπική Εκκλησία, διότι η Ορθόδοξος Μητέρα μας δεν του κάμνει καμμίαν εντύπωσι, επειδή είναι πολύ σεμνή.
Μετά λύπης μου, από όσους φιλενωτικούς έχω γνωρίσει, δεν είδα να έχουν ούτε ψίχα πνευματική ούτε φλοιό. Ξέρουν, όμως, να ομιλούν για αγάπη και ενότητα, ενώ οι ίδιοι δεν είναι ενωμένοι με τον Θεό, διότι δεν Τον έχουν αγαπήσει.
Επίσης, ας γνωρίσωμεν καλά ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία μας δεν έχει καμμίαν έλλειψιν. Η μόνη έλλειψις που παρουσιάζεται, είναι η έλλειψις σοβαρών Ιεραρχών και Ποιμένων με πατερικές αρχές. Είναι ολίγοι οι εκλεκτοί. Όμως, δεν είναι ανησυχητικόν. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει.

(Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)


Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα διά τους ψευδοχριστιανισμούς, διά τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών (ανθρωπισμών), με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι φευδοχριστιανισμοί, όλαι οι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικό όνομά των είναι η παναίρεσις.

(Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς)


Ο Οικουμενισμός έχει πνεύμα πονηρίας και κυριαρχείται από ακάθαρτα πνεύματα.

(Εφραίμ Κατουνακιώτης)


ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ Η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 



Άγιος Πορφύριος κατά του Οικουμενισμού.



ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΔΙΑΠΡΥΣΙΟΣ ΠΟΛΕΜΙΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ


Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Όπως είναι σε όλους γνωστό, οι θιασώτες του οικουμενισμού εδώ και πολλές δεκαετίες εργάσθηκαν και εργάζονται για την καθιέρωση και εμπέδωση της παναιρέσεως αυτής με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα ταυτοχρόνως. Αφού κατόρθωσαν μέσω της «Συνόδου» της Κρήτης να δώσουν δογματική και συνοδική νομιμοποίηση στην παναίρεση, προσπάθησαν παράλληλα να την θεμελιώσουν και να την κατοχυρώσουν σε λόγους των αγίων της Εκκλησίας. Για να επιτύχουν το στόχο τους επεχείρησαν να διαστρεβλώσουν λόγους νεοφανών αγίων, οι οποίοι πρόσφατα έχουν αγιοκαταταχθεί και να τους παρουσιάσουν ως έχοντες δήθεν οικουμενιστικές ιδέες και αντιλήψεις και προωθούντες τον Οικουμενισμό.

Ωστόσο όλοι οι νεοφανείς άγιοι της Εκκλησίας μας, υπήρξαν φανερά και ξεκάθαρα αντίθετοι με τις γνωστές οικουμενιστικές θεωρίες, ιδιαιτέρως με την αναγνώριση και αποδοχή των ετεροδόξων αιρετικών ως «Εκκλησιών», και κατ’ επέκταση με τις κακόδοξες αποφάσεις της «Συνόδου» της Κρήτης. Αυτό τουλάχιστον συνάγεται ξεκάθαρα από γραπτά κείμενα τους, είτε από σωζόμενες μαγνητοφωνημένες ομιλίες τους, είτε από προφορικές μαρτυρίες πνευματικών τέκνων τους, που επιζούν μέχρι σήμερα, είτε τέλος από βιογραφίες που συνέταξαν αξιόπιστα και υπεύθυνα πρόσωπα, τα οποία απέδωσαν, (κατά το δυνατόν), με πιστότητα και συνέπεια, την στάση που κράτησαν οι εν λόγω άγιοι απέναντι στους ετεροδόξους αιρετικούς, τους αλλοθρήσκους, και σε όσους προωθούν τον Οικουμενισμό. Για παράδειγμα οι άγιοι Νεκτάριος Πενταπόλεως, Ιουστίνος Πόποβιτς, Νικόλαος Αχρίδος, Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Παΐσιος Αγιορείτης, Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης, Ιάκωβος Τσαλίκης, κ.α., εξέφρασαν με τον δικό τους ο καθένας τρόπο, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο που είχαν, την ίδια αλήθεια. Ότι δηλαδή μόνον η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μια, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και ότι εκτός Αυτής δεν υπάρχουν άλλες «Εκκλησίες», παρά μόνον αιρέσεις. Επίσης, ότι σε καμιά από τις θρησκείες του κόσμου δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά όλες οδηγούν στην απώλεια.

Από του αγίους που έζησαν τις τελευταίες δεκαετίες, δύο κυρίως επικαλούνται οι οικουμενιστές, τον άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη και τον άγιο Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη. Τον μεν πρώτο προκειμένου να στηρίξουν την οικουμενιστική τους ιδεολογία χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους γραπτά κείμενα και επιστολές του, όπου ο άγιος εκφράζεται σαφέστατα κατά του Οικουμενισμού και προ παντός το γεγονός της αποτειχίσεώς του από τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη κυρό Αθηναγόρα, εξ’ αιτίας της άρσεως των αναθεμάτων. Επικαλούνται επίσης και τον άγιο Πορφύριο και μάλιστα την τελευταία προσευχή του, λίγο πριν από την προς Κύριον εκδημία του, κατά την οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες πενυματικών του τέκνων, «ψέλιζε στα χείλη την Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού Χριστού προς τους μαθητές, το ‘ίνα ώσιν έν’, αδιαλείπτως. Μ’ αυτή την ευχή πήγε στον αγαπημένο του Χριστό. Προσευχόταν για την ενότητα της Εκκλησίας, για την ενότητα όλου του κόσμου», (Ιερομ. Γεώργιος Καυσοκαλυβίτης, Ιερά Καλύβη Ζωοδόχου Πηγής, Ιεράς Σκήτης Αγίας Τριάδος Καυσοκαλυβίων Αγίου Όρους).

Παίρνοντας τώρα αφορμή από κάποια απομαγνητοφωνημένη ομιλία του, διότι η οικουμενιστική προπαγάνδα και η προσπάθεια των οικουμενιστών να «καπελώσουν» τον άγιο Πορφύριο υπέρ του Οικουμενισμού, έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις με αποτέλεσμα να προκαλούν σύγχυση και αποπροσανατολισμό σε πολλούς. Είναι αλήθεια πως ο θεοφώτιστος αυτός άγιος ήταν ολιγογράμματος και ελάχιστα γνώριζε από ακαδημαϊκή Θεολογία, και από συστηματική Δογματική. Επίσης δεν είχε τη δυνατότητα συγγραφής και ο προφορικός του λόγος ήταν απλός. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχε αξιωθεί να λάβει θείο φωτισμό, ότι δεν καταλάβαινε με το δικό του απλοϊκό τρόπο τις μεγάλες αλήθειες της Ορθοδόξου πίστεώς μας, ή ότι δεν εξέφραζε με ακρίβεια την Ορθόδοξη πίστη.

Μεταφέρουμε στη συνέχεια ορισμένα αποσπάσματα από την εν λόγω ομιλία του: «Αυτόν να πιστεύουμε... (σ.σ. εννοούσε το Χριστό). Λοιπόν, μέσα στη θρησκεία, λέει ότι: ‘Αυτός είναι’. Ο ιδρυτής της Ορθοδόξου πίστεως και ότι όλες οι άλλες θρησκείες, δεν είναι όσο είναι αυτή η θρησκεία. Μία θρησκεία μόνο είναι, η Ορθόδοξος χριστιανική Θρησκεία. Και το πνεύμα αυτό το Ορθόδοξον είναι το αληθές. Τα άλλα πνεύματα, είναι πνεύματα πλάνης και οι διδασκαλίες τους είναι μπερδεμένες. Εδώ στο σταυρό ο Θεός της Ορθοδόξου πίστεως είναι Θεός που αν το πούμε και ‘αγάπη’, όπως τον λέει η Γραφή, πάλι το ίδιο είπαμε. Ο Θεός λέγεται αγάπη». Εδώ δεν αφήνει κανένα περιθώριο ο άγιος για να σκεπάσει η αγάπη την αλήθεια. Ενώ από τη μια μεριά τονίζει ότι ο Θεός είναι αγάπη, από την άλλη δεν παραλείπει να διακηρύξει ξεκάθαρα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ παράλληλα αποφαίνεται πως οι άλλες θρησκευτικές πίστεις, αιρετικών και αλλοθρήσκων, είναι πνεύματα πλάνης, δηλαδή δαιμονικά κατασκευάσματα!

Παρά κάτω λέει: «Όλος ο κόσμος, εδώ στο τηλέφωνό μου, να έρθεις, από όλα τα Βασίλεια του κόσμου τηλεφωνούν. Τη νύχτα, ό,τι ώρα να ’ναι. Από όλα τα Βασίλεια. Από την Νότια Αφρική, Κεϊπτάουν, Γιοχάνεσμπουργκ, Αμερική, Καναδά... ξέρω κι εγώ; Από όλο τον κόσμο. Και να ακουστεί ότι είμαι κι εγώ, έχω ελεύθερο πνεύμα και παραδέχομαι όλες τις θρησκείες; Όχι! Δεν παραδέχομαι. Όποιος και αν έρθει να μου πει και ένας άγγελος να έρθει να μου πει: ‘Όχι’ θα του πω. Λες ψέματα. Δεν είσαι πνεύμα αγαθό. Είσαι πονηρό πνεύμα και λες αυτό! Έτσι θα του πω εγώ του αγγέλου. Δεν θα τον πιστέψω. Λάβετε τα μέτρα σας… Πρέπει έτσι να φυλάγεστε, επειδή έρχεστε σε μένα. Αν δεν ερχόσασταν, μπορούσατε να κάνετε ότι θέλετε. Δεν το θέλω, βέβαια, να προπαγανδίζετε στον έναν και στον άλλον και να λέτε... οι θρησκείες όλες, είναι μία. Δεν έχουν διαφορά. Του Θεού είναι όλες. Σε όποια θέλεις, πηγαίνεις. Και όποιο Θεό θέλεις προσκυνάς. Δεν... δεν... δεν τα θέλω εγώ αυτά. Δεν τα μπορώ. Είναι έτσι το πνεύμα μου. Εγώ έχω κάνει στην έρημο. Έχω αγωνιστεί. Έχω νηστείες, κακουχίες, αγρυπνίες, γυμνότητα, με παλιόρουχα... Και όλα αυτά, για την αγάπη του Χριστού. Και ζούσα μέσα σε αγίους ανθρώπους. Αλλά Ορθόδοξους Χριστιανούς. Κατάλαβες; Δεν μπορώ. Εγώ, έχω καταλάβει την Ορθοδοξία. Έτσι είναι!». Και παρά κάτω: «Και όλοι οι γκουρούδες και οι φακίροι και οι μάγοι και οι επαοιδοί, είναι του Θεού. Ναι, του Θεού είναι ως άνθρωποι, αλλά τα έργα τους, είναι του διαβόλου. Συγχώρα με που μιλάω έτσι». Φαίνεται ότι κάποιοι, προφανώς επηρεασμένοι από την οικουμενιστική ιδεολογία, προσπαθούσαν να παρασύρουν τον Γέροντα στην αντίληψη ότι όλες οι θρησκείες είναι το ίδιο και ότι στην σύγχρονη εποχή μας πρέπει να έχουμε «ελεύθερο πνεύμα» και να παραδεχόμαστε όλες τις θρησκείες. Μια τέτοια αντίληψη όμως ο άγιος την απορρίπτει κατηγορηματικά, έστω και αν έρθει και του την πει άγγελος από τον ουρανό. Επίσης απαγορεύει στα πνευματικά του παιδιά να «προπαγανδίζουν στον έναν και στον άλλον και να λένε... οι θρησκείες όλες, είναι μία. Δεν έχουν διαφορά. Του Θεού είναι όλες».

Στη συνέχεια ο Γέροντας δίνει σαφή απάντηση σε όσους εκφράζονται με περιφρόνηση και συκοφαντούν ως φονταμενταλιστές και φανατικούς όλους εκείνους, οι οποίοι δεν συμμερίζονται την οικουμενιστική τους ιδεολογία: «Ο Σάϊ Μπάμπα, ο τάδε, ο τάδε... όλοι είναι καλοί. Κι ο Μωάμεθ καλός και ετούτος καλός κι εκείνος καλός. Κατάλαβες; Μα θα πεις θα τους μαχώμαστε; Μα ποιος τους μάχεται, βρε; Η θρησκεία μας, κανέναν δεν μάχεται. Δεν βλέπεις, που εμείς τόσο πολύ, έτσι ούτε πάμε να ψηφίσουμε, ούτε έχουμε κόμματα. Προσευχόμαστε για όλους»! Εδώ ο άγιος χρησιμοποιεί τη λέξη «καλός» με την έννοια ότι όλους αυτούς τους αγαπούμε και τους συμπαθούμε ως εικόνες του Θεού. Ο συνειδητός χριστιανός δεν μπορεί να μισεί τον αιρετικό, τον αλλόθρησκο, τον άπιστο, αλλά την πλάνη. Αγαπάμε τον πλανεμένο, μισούμε την πλάνη.

Κλείνοντας καλούμε για μια ακόμη φορά όλους εκείνους οι οποίοι, επηρεασμένοι από την οικουμενιστική ιδεολογία, διακηρύσσουν ευκαίρως ακαίρως, γραπτώς και προφορικώς, δημοσίως και κατ’ ιδίαν, εν επιγνώσει, ή ανεπιγνώστως, ότι όλες οι θρησκείες είναι δήθεν το ίδιο και ότι σε όλες τις θρησκείες υπάρχει σωτηρία. Να καθρεφτίσουν τα λεγόμενα και γραφόμενά τους στο γνήσια Ορθόδοξο φρόνημα και στη διδασκαλία του αγίου Πορφυρίου, όπως αυτή συνάγεται από το παρά πάνω ηχογραφημένο ντοκουμέντο. Ιδιαιτέρως καλούμε όλους εκείνους, οι οποίοι με τόσο ζήλο πρωτοστάτησαν στην αγιοκατάταξη του αγίου, να ερευνήσουν τη συνείδησή τους, εάν και κατά πόσον ο άγιος συμφωνεί με τις πεποιθήσεις τους σχετικά με τις άλλες θρησκείες. Τέλος καλούμε τον πιστό λαό του Θεού να μελετά τα συναξάρια των αγίων μας και να δίδει ιδιαίτερη προσοχή και βαρύτητα σ’ εκείνα τα λεγόμενά τους, με τα οποία οι άγιοι εκφράζουν την Ορθόδοξη δογματική τους συνείδηση. Και τούτο διότι η «Νέα Εποχή του Υδροχόου», η οποία εκφράζει το πνεύμα του Οικουμενισμού, έχει διαβρώσει επικίνδυνα πολλούς «Ορθόδοξους» Πατριάρχες, Επίσκοπους, κληρικούς, μοναχούς, θεολόγους, και λαϊκούς, οι οποίοι διαδίδουν ότι και στις άλλες θρησκείες υπάρχει η σωτηρία.

Άγιος Πορφύριος και η θεραπεία



Μία ημέρα που ήμουν στο Κελλί του [οσίου Πορφυρίου], ήρθε κάποιος και παρακάλεσε θερμά τον Άγιο να τον ακολουθήσει στο σπίτι ενός στενού συγγενούς του, διότι ήταν πολύ βαριά άρρωστος.

Ο Άγιος μού ζήτησε να τους ακολουθήσω κι εγώ.
Έτσι μπήκαμε σιωπηλοί στο αυτοκίνητό του και πήγαμε στον Κολωνό.

Όταν ανεβήκαμε στο σπίτι, βρήκαμε συγκεντρωμένο αρκετό κόσμο.
Ήταν φίλοι και συγγενείς που κλαίγανε τον νεαρό Παρασκευά.
Πιθανόν είχε κάποια μορφή καρκίνου σε τελικό στάδιο και οι γιατροί τους είχαν ενημερώσει πως δεν υπήρχε καμία ελπίδα και γι’ αυτό τον είχανε στο σπίτι όπου περιμένανε τον αναπόφευκτο θάνατο.

Ο Παρασκευάς ήταν ξαπλωμένος, σκελετωμένος και χλωμός σαν νεκρός.
Τρόμαξα από τη θέα του αναμενόμενου θανάτου, διότι είχε ξεκινήσει τον επιθανάτιο ρόγχο.
Ένα μικρό βήμα πριν τον θάνατο.

Η οδύνη και ο πόνος ζωγραφισμένα στα πρόσωπα των συγγενών πού βλέπανε τον άνθρωπό τους να ξεψυχάει.

Ο Άγιος πλησίασε στο κρεβάτι, τον σταύρωσε και έμεινε για λίγο προσευχόμενος. Μετά γύρισε και μας είπε:
– Πηγαίνετε στα σπίτια σας όλοι, για να προσευχηθείτε και να με βοηθήσετε να τον κάνουμε καλά.

Ο Άγιος ζήτησε και έμεινε μόνος του με τον ασθενή, ενώ ο κόσμος έφυγε.
Έφυγα και εγώ για το σπίτι μου προσευχόμενος: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησε τον Παρασκευά…!».

Σε λίγες ημέρες, από κάποιον γνωστό, έμαθα πως ο Παρασκευάς που κατέβαινε το τελευταίο σκαλοπάτι για να μπει στον τάφο αναστήθηκε!

Είχε γίνει εντελώς καλά.
Το γεγονός αυτό συζητήθηκε από πολλούς.

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Απόσπασμα από το βιβλίο, ο «Όσιος Πορφύριος ο Προφήτης, Μαρτυρίες», τόμος β’. Έκδοση Αγιοπαυλίτικο Ιερό Κελλί Αγίων Θεοδώρων, Άγιον Όρος.

Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς για την Παγκοσμιοποίηση.




Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς




Ο άνθρωπος είναι μεγάλος μόνον δια του Θεού και εν’ τω Θεώ· τούτο είναι η θεμελιώδης αρχή του θεανθρωπίνου πολιτισμού.

Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Χωρίς τον Θεόν ο άνθρωπος δεν είναι παρά εβδομήκοντα κιλά αιμόφυρτου ύλης. Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τον Θεόν, αν όχι τάφος παραπλεύρως εις τον τάφον; Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει καταδικάσει εις θάνατον τον Θεόν και την ψυχήν. Δεν κατεδίκασεν όμως ούτω και τον εαυτόν του εις θάνατον εκ του οποίου θανάτου δεν υπάρχει ανάστασις;

Κάμετε ειλικρινώς και αμερολήπτως τον απολογισμόν της Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, επιστήμης, πολίτικής, κουλτούρας, πολιτισμού, και θα ιδήτε ότι αυταί έχουν φονεύσει εις τον Ευρωπαίον άνθρωπον τον Θεόν και την αθανασίαν της ψυχής. Εάν όμως προσέξετε σοβαρώς εις την τραγικότητα της ανθρωπίνης ιστορίας οπωσδήποτε θα εννοήσετε, ότι η θεοκτονία πάντοτε καταλήγει εις την αυτοκτονίαν. Ενθυμείσθε τον Ιούδαν; Εκείνος πρώτος εφόνευεσε τον Θεόν και έπειτα εξώντοσε τον εαυτόν του. Τούτο είναι αδυσώπητος νόμος, ο οποίος κυριαρχεί εις την ιστορίαν του πλανήτου τούτου.

Το οικοδόμημα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, οικοδομηθέν χωρίς τον Χριστόν, κατ’ ανάγκη θα καταρρεύση και μάλιστα πολύ συντόμως, ως προεφήτευσεν ο οραματιστής Ντοστογιέφσκι και ο θλιμμένος Γκόγκολ προ εκατόν και πλέον ετών. Και ενώπιον των οφθαλμών μας πραγματοποιούνται αι προφητείαι των ορθοδόξων Σλάβων προφητών. Δέκα ολόκληρους αιώνας ανεγείρετο ο ευρωπαϊκός πύργος της Βαβέλ, και ημείς ηξιώθημεν του τραγικού οράματος: Ιδού, ανηγέρθη πελώριον μηδέν! Επήλθε γενική σύγχυσις. Άνθρωπος δεν εννοεί άνθρωπον, ψυχή δεν εννοεί ψυχή, έθνος δεν εννοεί έθνος. Ηγέρθη άνθρωπος εναντίον ανθρώπου, βασιλεία εναντίον βασιλείας, λαός εναντίον λαού, ακόμη και ήπειρος εναντίον ηπείρου.

Ο ευρωπαίος άνθρωπος έφθασεν εις τον μοιραίον ίλιγγον, ωδήγησε τον υπεράνθρωπον εις την κορυφήν του πύργου της Βαβέλ του θέλων να αποπερατώση με αυτόν το οικοδόμημα του, αλλ’ ο υπεράνθρωπος ετρελλάθη ακριβώς επί της κορυφής και εκρημνίσθη εκ’ του πύργου. Και πίσω του ο ίδιος ο πύργος κρημνίζεται και θρυμματίζεται δια των πολέμων και επαναστάσεων.

Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έπρεπε κατ’ ανάγκην να τρελλαθή εις το τέλος του πολιτισμού του· ο Θεοκτόνος ήτο αδύνατον να μην γίνη αυτοκτόνος.

Νύκτα, βαρειά νύκτα έχει καλύψει την Ευρώπη. Κρημνίζονται τα είδωλα της Ευρώπης και δεν είναι πολύ μακράν η ημέρα, κατά την οποίαν δεν θα μείνη ούτε πέτρα επάνω εις την πέτραν από την κουλτούραν και τον πολιτισμό της Ευρώπης, δια των οποίων αυτή ανήγειρε πόλεις και κατέστρεψε ψυχάς, εθοποιεί τα κτίσματα και απέριπτε τον Κτίστην.

Από το βιβλίο: Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ορθόδοξος Εκκλησία και Οικουμενισμός, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σελ. 161-162


ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ Η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ 

Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ




Η ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ




Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας


Οἱ σύγχρονοι Αἱρετικοί Νεοεικονομάχοι πολεμοῦν δολίως τήν εἰκονογράφησιν τοῦ ΘΕΟΥ ΠΑΤΡΟΣ μέ τήν διαστροφικήν διδασκαλίαν ὅτι ἡ εἰκονογράφησις τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐπιχειρεῖ τήν εἰκόνισιν τῆς Θείας φύσεως.  

Αἱ εἰκόνες ὅμως, ὅπως μᾶς διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, δέν εἰκονίζουν τήν φύσιν ἤ οὐσίαν, ἀλλά εἶναι ΣΥΜΒΟΛΙΚΑΙ ἀπεικονίσεις τῆς ὑποστάσεως τοῦ εἰκονιζομένου. μήπως δύνται νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία καί φύσις τῶν Ἀγγέλων ἤ τῶν ψυχῶν ἤ καί τῶν δαιμόνων, ἤ τοῦ Παραδείσου καί τῆς κολάσεως; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλά τόσαι εἰκόνες ὑπάρχουν μέ Ἀγγέλους καί ψυχάς καί δαίμονας. Τήν οὐσίαν ἤ φύσιν των εἰκονίζουν; Ὄχι βεβαίως. Πόσον μᾶλλον ἀδύνατον εἶναι νά εἰκονισθῇ ἡ Ἄκτιστος καί Ἄπειρος καί Ἀπερίγραπτος καί Ἀμέθεκτος ΘΕΪΚΗ Οὐσία ἤ Φύσις. 

Ἄς ἰδοῦμε τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί τῶν Ἁγίων Πατέρων σχετικῶς μέ τάς ἀποδεκτάς ἀπεικονίσεις:

 «Λέγουσι γάρ [οἱ Χριστιανοκατήγοροι] ὅτι τήν πρέπουσαν τῷ Θεῷ προσκύνησιν καί λατρείαν ταῖς σεπταῖς εἰκόσι προσφέρουσιν οἱ Χριστιανοί, καί ὅτι τήν ἀκατάληπτον φύσιν περιγράφουσι. Ὦ τῆς παρεκτροπῆς καί ἠλιθιότητος... Οἱ γάρ Χριστιανοί οὔτε τήν ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ προσκύνησιν ταῖς Εἰκόσι ἀπένειμαν, οὔτε τῆς Ἀοράτου καί Ἀκαταλήπτου Φύσεως εἰκόνα ποτέ πεποιήκασιν».1

 «Οὐδέ γάρ τῆς Ἀοράτου Θεότητος Εἰκόνα ἤ ὁμοίωμα ἤ σχῆμα ἤ μορφήν τινά ἀποτυποῦμεν».2

 «Οἱ ἐν τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς τέκνα γνήσια γεννηθέντες . . . τάς σεπτάς Εἰκόνας ἀποδεχόμεθα, εἰκόνας μόνον καί οὐδέν ἕτερον αὐτάς γινώσκοντες, καθό τοῦ πρωτοτύπου τό ὄνομα μόνον ἐχούσας καί οὐχί τήν οὐσίαν».3

 Ὅποιος, λοιπόν προσκυνεῖ καί τιμᾶ τήν Εἰκόνα, προσκυνεῖ τοῦ εἰκονιζόμενου τήν ὑπόστασιν, κατά τήν Ἁγίαν 7ην Οἰκουμενικήν Σύνοδον, καί ὄχι τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου.

 Ἀρκετοί Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γράφουν πολύ ξεκάθαρα ὅτι δέν εἰκονίζομε τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου, ἀλλά τήν ὑπόστασίν του. Οὕτω ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει: «Παντός εἰκονιζομένου οὐχί ἡ φύσις ἀλλά ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται».4

 Ὁ δέ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ μεγάλος αὐτός Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε μέ σφοδρότητα τούς Εἰκονομάχους,  λέγει:

  «Οἴδαμεν οὖν, ὅτι οὔτε Θεοῦ, οὔτε ψυχῆς, οὔτε δαίμονος δυνατόν θεαθῆναι φύσιν, ἀλλ᾽ ἐν μετασχηματισμῷ τινί θεωροῦνται ταῦτα, τῆς Θείας Προνοίας τύπους καί σχήματα περιτιθείσης τοῖς ἀσωμάτοις καί ἀτυπώτοις…

»Μή θέλων οὖν ὁ Θεός παντελῶς ἀγνοεῖν ἡμᾶς τά ἀσώματα, περιέθηκεν αὐτοῖς τύπους, καί σχήματα, καί εἰκόνας κατά τήν ἀναλογίαν τῆς φύσεως ἠμῶν, σχήματα σωματικά ἐν ἀΰλῳ ὁράσει νοός ὁρώμενα· καί ταῦτα σχηματίζομεν καί εἰκονίζομεν. Ἐπεί, πῶς ἐσχηματίσθη καί εἰκονίσθη τά Χερουβίμ; ἀλλά καί Θεοῦ σχήματα καί εἰκόνες ἡ Γραφή ἔχει».5

 Ἐπίσης καί ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει:

  «Ἡ εἰκών ἔχει ὁμοιότητα πρός τήν ὑπόστασιν, ἀπεικονίζουσα ἐξωτερικά τινα σχήματα καί χρώματα τῆς ὑποστάσεως. Δέν ἔχει ὅμως ὁμοουσιότητα μέ τό εἰκονιζόμενον διότι διαφέρει εἰς τήν οὐσίαν».6

 Ὅπως βλέπομεν, εἶναι φύσει ἀδύνατον διά τήν εἰκόνα νά εἰκονίσῃ τήν φύσιν τοῦ εἰκονιζομένου. Εἶναι φύσει ἀδύνατον νά εἰκονισθῇ ἡ φύσις οἱουδήποτε ὄντος.

 Ἡ ἄποψις λοιπόν ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπιχειρεῖ νά περιγράψῃ τήν Θεϊκήν Φύσιν εἶναι λανθασμένη. Ὅσοι χρησιμοποιοῦν τήν ἄποψιν αὐτήν ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς Εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἐάν μέν τό κάνουν ἀφελῶς ἁπλῶς σφάλλουν, ἐάν ὅμως τό κάνουν σκοπίμως εἶναι ἐχθροί τῆς Ἀληθείας καί ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. 

Ὄχι μόνον εἰς τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλά εἰς οὐδεμίαν εἰκόνα δέν εἶναι δυνατόν νά εἰκονισθῇ ἡ οὐσία ἤ φύσις τοῦ εἰκονιζομένου. 

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ΔΕΝ εἶναι περιγραφή τῆς Θεότητος. Εἶναι μία συμβολική εἰκών τῶν Τριῶν Προσώπων. 

Εἰς αὐτήν ΣΥΜΒΟΛΙΚΩΣ εἰκονίζεται ὁ ΠΑΤΗΡ ὡς Παλαιός τῶν Ἡμερῶν, ὅπως συγκαταβατικῶς ἐμφανίσθηκε εἰς τά ὁράματα τῶν Προφητῶν εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, καί ὁ ΥΙΟΣ, ὅπως τόν γνωρίζομεν ἀπό τήν Ἐνσάρκωσίν του, καί τό ΑΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑ, ὅπως ἐμφανίσθηκε εἰς τήν βάπτισιν τοῦ Χριστοῦ. 

Αὐτή εἶναι μία ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ εἰκών καί δέν εἶναι οὔτε ἀπεικόνισις οὔτε προσπάθεια ἀπεικονίσεως τῆς ἀπείρου Φύσεως ἤ τῆς ἀμεθέκτου Οὐσίας τοῦ Θεοῦ. 

ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟ-ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ

 Θά ἐξετάσωμε κατωτέρω μερικάς ἀπό τάς δικαιολογίας καί τά ἐπιχειρήματα τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοεικονομάχοι ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Δέν θά ἀναφερθῶμεν εἰς τάς βλασφημίας των, ὅπως, λόγου χάριν, ὅτι εἶναι εἴδωλον, ὅτι διδάσκει εἰδωλολατρίαν, ἀρειανισμόν, πολυθεΐαν, καί λοιπά.

Τά βασικά ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τά ἑξῆς: 

1.- Εἶναι αἱρετική καί εἰσῆλθεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν.

2.- Ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666.

3.- Ἀπαγορεύεται βάσει τῶν ἀποφάσεων τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

4.- Δέν εἶναι κανονική καί Ὀρθόδοξος διότι εἰκονίζει τόν Θεόν Πατέρα τόν ὁποῖον κανείς δέν ἔχει ἰδεῖ ποτέ, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (Ἰωάν Α´ 18).

5.- Ὅλαι αἱ προφητικαί ὁράσεις εἶναι «Χριστοκεντρικαί». 

Οἱ ἰσχυρισμοί αὐτοί εἶναι λανθασμένοι καί θά ἰδοῦμε διά ποίους λόγους, ἐξετάζοντες τόν κάθε ἕνα ἰσχυρισμόν ξεχωριστά. 

1.- Εἶναι Αἱρετική καί εἰσῆλθεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν. 

Ἄς ἰδοῦμε ἐάν πράγματι αἱ εἰκονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός εἰσῆλθον ἀπό τήν Δύσιν ἤ ἐάν ὑπῆρχον καί πρίν ἀπό τό σχίσμα τοῦ 1054, διότι πρίν τό 1054 δέν ὑπῆρχε Ἐκκλησία Δύσεως καί Ἀνατολῆς. 

Θά ἰδοῦμε ὄντως ὅτι ὑπῆρξαν εἰκονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός παλαιότεραι ἀπό τό Σχίσμα τῶν καθολικῶν τό ὁποῖο συνετελέσθη τό ἔτος 1054. Θά ἰδοῦμε μέ παραδείγματα ὅτι ὁ ἰσχυρισμός, «Εἶναι αἱρετική  καί εἰσῆλθε εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Δύσιν», εἶναι λανθασμένος, ἀνιστόρητος καί παραπλανητικός. 

Θά παρουσιάσωμε μόνον δύο παραδείγματα ἀπό τό 9ον αἰῶνα μέ συμβολικάς ἀπεικονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἔτσι συντρίβεται ἡ πρόφασις τῶν Νεοεικονομάχων. 

α) Τό πρῶτον παράδειγμα εἶναι ἀπό τό χειρόγραφον Ψαλτήριον τοῦ 820-840 μ.Χ, φυλασσόμενον εἰς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης.

Εἰς αὐτό, ὁ Ψαλμός ΡΘ´ (κεφάλαιον 109 καί κατά τό μασ. 110), Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ, «ΕΙΠΕΝ ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου», διακοσμεῖται μέ μικρογραφίαν, εἰς τήν ὁποίαν βλέπομε τόν Υἱόν νά κάθεται ἐκ Δεξιῶν τοῦ Πατρός.7 

β) Τό δεύτερον παράδειγμα προέρχεται ἀπό χειρόγραφον τοῦ 9ου αἰῶνος εὑρισκόμενον εἰς τήν Ἐθνικήν βιβλιοθήκην τῶν Παρισίων. Πρόκειται διά μίαν μικρογραφίαν ἡ ὁποία διακοσμεῖ τά Ἱερά Παράλληλα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ὅπου παριστάνεται τό ὅραμα τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου. Ἐκεῖ ἀπεικονίζεται ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τοῖς δεξιοῖς τοῦ Θεοῦ Πατρός. 

Ὁ Θεός Πατήρ, ὁ ἄσαρκος καί ἀσχημάτιστος, σχηματίζεται συμβολικῶς ὡς Παλαιός Ἡμερῶν, ὡς συγκαταβατικῶς ὁ ἴδιος ἐνεφανίσθη εἰς τόν λιθοβολούμενον Πρωτομάρτυρα (Πράξ. Ζ´ 55-56). 

Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀπεικονίσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός περίπου δύο αἰῶνας πρίν ἀπό τό Σχίσμα τῆς Δύσεως, πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι αἱρετικαί αἱ εἰκόνες αὐταί καί νά εἰσῆλθον εἰς τήν Ἐκκλησίαν ἀπό τήν Παπικήν Ἐκκλησίαν; 

Ἐπί πλέον, ἡ ὕπαρξις τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός χρονολογεῖται καί πολύ πρίν ἀπό τόν 9ον αἰῶνα. μαρτυρεῖται καί εἰς τούς κώδικας κοσμᾶ τοῦ Ἰνδικοπλεύστου, γράφοντος τόν 6ον αἰῶνα, καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἁγίας μαρίας τῆς μείζονος τό 432 μ.Χ., κατά τόν ἱστορικόν Γκαροῦτσι.

 Συνεπῶς, ὁ ἀνωτέρω ἰσχυρισμός τῶν Νεο-εικονομάχων εἶναι ψευδής, ἀνιστόρητος καί προκατειλημένος.

 2.- Ἔχει καταδικασθῆ ἀπό τήν Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666.

 Ἐδῶ θά ἰδοῦμε ὅτι καί αὐτός ὁ ἰσχυρισμός δέν εἶναι καθόλου ὑπολογίσιμος.

 Ὁ κύριος σκοπός τῆς Συνόδου τῆς μόσχας τό 1666 ἦτο ἡ καθαίρεσις τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος.

 Ἕνα ἀπό τά ἐνεργά μέλη τῆς Συνόδου τοῦ 1666 ἦτο ὁ μητροπολίτης Γαζαίων Παΐσιος Λιγαρίδης 8  ἀντιπρόσωπος τοῦ Πατριαρχείου Kωνσταντινουπόλεως. Ὅπως ἀπεδείχθη, ὁ ἐν λόγῳ ἦτο κρυπτοπαπικός Ἰησουΐτης, χειροτονημένος ἱερεύς τό 1639 εἰς τήν Ρώμην ἀπό τόν Οὐνίτην μητροπολίτην Raphael Korsak. Ὁ Παΐσιος λιγαρίδης κατώρθωσε νά χειροτονηθῇ μητροπολίτης Γάζης τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1652 καί ἀργότερα, μεταξύ 1662-1678, νά παρουσιασθῇ εἰς τήν Ρωσσίαν ὡς σύμβουλος τοῦ τσάρου Ἀλεξίου μιχαήλοβιτς. Ἐκεῖ ἐνεφανίσθη ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ συγχρόνως διετήρει τήν ἀλληλογραφίαν του μέ τούς καθολικούς! Ὁ Παΐσιος λιγαρίδης καθῃρέθη ὡς λατινόφρων ἀπό τό Πατριαρχεῖον Ἱεροσολύμων τόν Μάϊον τοῦ 1671 ἐπί πατριάρχου Δοσιθέου.9  

Αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς μόσχας τό 1666 ἀμφισβητοῦνται καί ὑπό τῶν ἰδίων τῶν Ρώσσων. μέχρι σήμερον οἱ Ρῶσσοι προσκυνοῦν καί τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος καί ἄλλας εἰκονικάς παραστάσεις τοῦ Θεοῦ Πατρός. 

Διακεκριμένον παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ θαυματουργός εἰκών τῆς Παναγίας τοῦ KURSK , ἡ ὁποία εἰκονίζει τόνΘεόν ΠΑΤΕΡΑ, ὡς ΠΑλΑΙΟΝ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, ἄνωθεν τῆς βρεφοκρατούσης Ὑπεραγίας Θεοτόκου. 

Ἄλλο παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀπό τό 1676, δέκα χρόνια μετάτήν ἐν λόγῳ Σύνοδον τῆς μόσχας τό 1666. κατά τήν παράδοσιν τῆς μονῆς ὅπου εὑρίσκεται, χορηγός τῆς ἁγιογραφίας αὐτῆς τῆς εἰκόνος ἦτο ὁ ἴδιος ὁ Τσάρος Ἀλέξιος. 

Πολλαί εἰκόνες τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐκυκλοφόρησαν μετά τό 1666, καί αὐταί ἀποτελοῦν ἁπτήν ἀπόδειξιν πώς τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀπεδέχθη τάς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τοῦ 1666. 

Πρέπει νά σημειωθῇ ὅτι αὐτή ἡ Σύνοδος τῆς μόσχας τό 1666-1667 θεωρεῖται ἀντικανονική διότι ἀντιτίθεται κατά τῶν ἀποφάσεων προηγουμένων Ὀρθοδόξων Συνόδων, ὅπως τῆς Συνόδου τοῦ 1553-1554, συγκληθείσης ὑπό τοῦ μητροπολίτου μακαρίου, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται Ἅγιος ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσσίας.

Ἡ προηγούμενη Σύνοδος τῆς μόσχας, τοῦ 1553-1554, ἀπεφάσισεν ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι προσκυνητή καί ὅτι εἶναι σύμφωνος μέ τάς Ἀποστολικάς διδαχάς καί τήν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας καί πρέπει νά προσκυνῆται. Ἐκεῖνοι δέ οἱ ὁποῖοι δέν τήν προσκυνοῦν νά τιμωροῦνται. Ἡ αὐτή Σύνοδος ἐτιμώρησε μέ τρία χρόνια ἀποφυγῆς τῆς Θείας κοινωνίας τόν Ivan Mihailovitch Viskovaty, ὁ ὁποῖος ἐπολέμει τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί ἐάν δέν συνεμορφοῦτο θά κατεδικάζετο ὡς αἱρετικός. 

Ἐάν πάλιν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Σύνοδος τῆς μόσχας τό 1666 ἦτο κανονική, καί τότε δέν δύνανται οἱ Νεοεικονομάχοι νά τήν χρησιμοποιήσουν διά τά ἐπιχειρήματά των ἐναντίον τῆς συμβολικῆς παραστάσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός. Ἡ ἀπόφασις αὐτῆς τῆς Συνόδου δέντούς ὑπερασπίζει, διότι ὅπως βλέπομεν εἰς τά πρακτικά της, τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός τήν ἀπαγορεύει ἐπειδή ὁ Πατήρ δέν ἐσαρκώθη. Συγκεκριμένως γράφουν: «Ὁρίζομεν δέ ἀπό τοῦ νῦν τήν εἰκόνα τοῦ Κυρίου Σαβαώθ πλέον μή ζωγραφίζεσθαι, οὔτε εἰκονίζεσθαι, διότι τόν Κύριον Σαβαώθ (ἤγουν τόν Πατέρα) οὐδείς εἶδε ποτέ φανέντα ἐν σαρκί…»10 

Ἡ βάσις ὅμως διά τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός δέν ὑπῆρξε ποτέ εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ὁ βλάσφημος ἰσχυρισμός ὅτι δῆθεν ἐσαρκώθη ὁ Θεός Πατήρ. Ἡ βάσις ἐπί τῆς ὁποίας εἰκονίζεται συμβολικῶς ὁ Θεός Πατήρ, ἔγκειται εἰς τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν τάς ὁποίας ἡ Ἁγία Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος ἐντέλλεται νά εἰκονίζωνται. 

Ἡ ἐν μόσχᾳ Σύνοδος τοῦ 1666 δέν ἀναφέρεται καθόλου εἰς τήν πραγματικήν βάσιν τῆς εἰκονογραφήσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός, εἰς τάς ὁράσεις τῶν Ἁγίων Προφητῶν, καί διά τοῦτο εἶναι λανθασμένο καί αὐτό τό ἐπιχείρημα τῶν Νεοεικονομάχων. 

3.- Ἀπαγορεύεται βάσει τῶν ἀποφάσεων τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. 



Δέν θά σχολιάσωμε τάς πλάνας των, ἀλλά μόνον θά ρίξωμε μίαν ματιάν, εἰς τό πῶς διαστρέφουν τά Ἁγιοπατερικά κείμενα, πῶς τά ἀλλάζουν καί πῶς τά παρεξηγοῦν μέ πολύ πονηρόν τρόπον, διά νά περάσουν τό πονηρόν μήνυμά των. Ἔτσι δικαιολογοῦν τήν ὕπαρξίν των καί τήν κατά καιρούς Ἐκκλησιαστικήν των κατάστασιν. Καταπραΰνουν τάς συνειδήσεις τῶν ἁπλῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι διερωτῶνται διατί πρίν μερικά χρόνια ἔγραφον καί ἐδημοσίευον ἐντελῶς διαφορετικά καί ἄκρως ἀντίθετα μέ αὐτά τά ὁποῖα διδάσκουν σήμερον. 

Γράφουν λοιπόν εἰς τό περιοδικόν των, «Ὀρθόδοξος Πνοή» Τεῦχος 187: «Τί λέγει ὅμως ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος περί τῆς εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός ἤ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν ὁποίαν σεῖς ΑΣΕΒΩΣ μορφοποιεῖτε καί εἰκονίζετε εἰδωλικῶς, καί δή διαιρετήν καί ἑτερουσίαν!.. Διατί ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἐθεσμοθέτησεν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Πατρός καί κατ' ἐπέκτασιν εἰκόνα τῆς Ὁμοουσίου ἀλλά καί ὑπερουσίου τρισυποστάτου Μιᾶς Θεότητος; Εἰς τήν πρός τόν εἰκονομάχον Λέοντα Ἐπιστολήν του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ρώμης γράφει: «…ἰδόντες τόν Κύριον, καθώς εἶδον, ἱστορήσαντες ἐζωγράφησαν. Ἰδόντες Ἰάκωβον τόν ἀδελφόν τοῦ Κυρίου, καθώς εἶδον, αὐτόν ἱστορήσαντες ἐζωγράφησαν. Ἰδόντες τόν πρωτομάρτυρα Στέφανον, καθώς εἶδον, αὐτόν ἱστορήσαντες ἐζωγράφησαν, καί κατ' ἔπος, ἰδόντες τά πρόσωπα τῶν μαρτύρων τῶν ἐκχυσάντων τό αἷμα ὑπέρ Χριστοῦ, ἐζωγράφησαν, καί θεωρήσαντες λοιπόν ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ οἱ ἄνθρωποι, ἀφέντες τάς προσκυνήσεις τοῦ διαβόλου, ταύτας προσεκύνησαν, οὐ λατρευτικῶς, ἀλλά σχετικῶς, ποῖόν σοι φαίνεται, βασιλεῦ, δίκαιον, ταύτας τάς εἰκόνας προσκυνεῖσθαι, ἤ τάς τῆς πλάνης τοῦ διαβόλου;» (Αὐτόθι [Πρακτικά τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων] 713/211).

 Ἐδῶ εἶναι καθαρά ἡ παραπληροφόρησις τήν ὁποίαν ἐπιχειροῦν. Τό ἀνωτέρω ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἐπιστολήν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Πάπα Ρώμης δέν ἀναφέρεται καθόλου εἰς τόν Θεόν Πατέρα ἤ εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα. Πῶς λοιπόν εἰς τήν εἰσήγησίν των γράφουν; «Τί λέγει ὅμως ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος περί τῆς εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός ἤ τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν ὁποίαν σεῖς ΑΣΕΒΩΣ μορφοποιεῖτε καί εἰκονίζετε εἰδωλικῶς, καί δή διαιρετήν καί ἑτερουσίαν»;  

Συνεχίζοντες οἱ νεοφώτιστοι Νεοεικονομάχοι γράφουν: «Εἰς τήν ἰδίαν ἐπιστολήν του ἀντιμετωπίζει τούς κατηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον εἴδωλα τάς εἰκόνας καί ὅτι εἰκονίζομεν τήν ἀόρατον θείαν φύσιν. «Διά τί τόν Πατέρα τοῦ κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καί ζωγραφοῦμεν; Ἐπειδή οὐχ οἴδαμεν τίς ἐστιν, καί Θεοῦ φύσιν ἀδύνατον ἱστορῆσαι καί ζωγραφῆσαι, καί εἰ ἐθεασάμεθα καί ἐγνωρίσαμεν, καθώς τόν υἱόν αὐτοῦ, κἀκεῖνον ἄν εἴχομεν ἱστορῆσαι καί ζωγραφῆσαι, καί ἴνα κἀκείνου τόν χαρακτῆρα εἴδωλον ἀποκαλῆς. Μαρτυρόμεθά σοι ὡς ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, εἴσελθε πάλιν εἰς τήν ἀλήθειαν, ὅθεν ἐξῆλθες, ἀπόρριψον τήν ὑψηλοφροσύνην, καί τό πεῖσμά σου κατάργησον, καί γράψον παντί καί πανταχοῦ, καί ἀνάστησον οὕς ἐσκανδάλισας καί ἀπετύφλωσας» (Αὐτόθι σελ. 211/718).

 Ἡ ἀνωτέρω παράθεσις εἶναι τό δυνατότερον ἴχνος ἐρείσματος τό ὁποῖον θά ἠδύναντο νά ἀνεύρουν οἱ Νεοεικονομάχοι εἰς τά κείμενα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Τί τό μεμπτόν ὅμως κάνουν; Δημιουργοῦν τεχνιέντως λάθος ἐντύπωσιν διά νά στηρίξουν τήν ἀστήρικτον Αἵρεσίν των καί πολεμικήν. 

Πρῶτον, τήν Ἐπιστολήν τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ρώμης πρός τόν Αὐτοκράτορα λέοντα τήν ἀναβαθμίζουν ὡς Φωνήν τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μέ τό νά τήν παραθέτουν μετά τό ἐρώτημα, «Τί λέγει ὅμως ἡ Ἁγία Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος περί τῆς εἰκονίσεως τοῦ Θεοῦ Πατρός ἤ τῆς Ἁγίας Τριάδος»; Τό ὅτι ἡ Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου εἶναι καταχωρημένη εἰς τά Πρακτικά τῆς Συνόδου δέν σημαίνει ὅτι ἀποτελεῖ μέρος τῶν Ἀποφάσεων τῆς Ἁγίας αὐτῆς Συνόδου. Εἰς τά Πρακτικά καταχωρῶνται ὅλα τά διαθέσιμα κατά τήν συνεδρίασιν κείμενα, ἀκόμη καί τῶν ἐναντίων. Διά νά ἀποφεύγεται λοιπόν ἡ ἐπιχειρουμένη παραπλάνησις μέσῳ τῆς δημιουργίας ἐντυπώσεων, καλόν εἶναι νά γίνῃ κατανοητόν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ Ἁγίου δέν ἀποτελεῖ εἰς τήν παροῦσαν περίπτωσιν διατύπωσιν Συνοδικοῦ Ὅρου. 

Δεύτερον, ἡ ἐν λόγῳ Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Ρώμης πραγματεύεται τήν προσκύνησιν τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων ἐν γένει καί μόνον ἐν παρόδῳ ἀναφέρεται εἰς τήν εἰκονογράφησιν τοῦ Θεοῦ Πατρός, χωρίς νά παρουσιάζῃ ἐνδελεχῆ μελέτην ἐπ᾽ αὐτῆς. Θέμα του δέν εἶναι τό ἐρώτημα ἐάν εἰκονίζεται ὁ Θεός Πατήρ, ἀλλά τό ἐάν προσκυνοῦνται αἱ εἰκόνες ἤ εἶναι εἴδωλα καί πρέπει νά πολεμοῦνται.

Τρίτον, τό σκεπτικόν τῆς διατυπώσεως ἔχει ὡς ἄξονα περιστροφῆς τό ὅτι «Θεοῦ φύσιν ἀδύνατον ἱστορῆσαι καί ζωγραφῆσαι». Αὐτό ἐγείρει ἐρωτηματικά. Διατί ἐπιχειρηματολογεῖ μέ αὐτόν τόν τρόπον ὁ Ἅγιος; Ποῖον ἐρώτημα ἀπαντᾶ; Τό ἐάν εἰκονίζεται ἡ Θεϊκή Φύσις ἤ τό ἐάν εἰκονίζεται τό πρῶτον Πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὁ Πατήρ; Ἱστορικῶς ἐξετάζοντες τό θέμα προκύπτει ὅτι τό ἐρώτημα τῆς ἐποχῆς ἦτο τό πρῶτον καί ὄχι τό δεύτερον. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντιμετώπιζε τό ἐρώτημα τοῦ ἐάν εἰκονίζεται ὁ Θεός Πατήρ. Ἡ Ἐκκλησία τήν ἐποχήν ἐκείνην ἐκατηγορεῖτο ὅτι εἰκονίζει τήν Θείαν Φύσιν. 

Ὅμως, ἐπειδή ὁ Θεός Πατήρ, ὡς ὁ πρῶτος καί μόνος Αἴτιος τῆς Ὑποστάσεως τοῦ Υἱοῦ καί τῆς Ὑποστάσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ πηγή τῆς Θεότητος τοῦ Υἱοῦ καί τῆς Θεότητος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συμβαίνει νά προσωποποιῇ ὁ Ἅγιος τό ἐρώτημα τῆς Θείας φύσεως εἰς τόν Ἀναίτιον Θεόν Πατέρα. καί ἐνῶ γράφῃ, «Διά τί τόν Πατέρα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ οὐχ ἱστοροῦμεν καί ζωγραφοῦμεν;» ἀπαντᾶ τό ἐρώτημα, «Διά τί τήν Θείαν Φύσιν καί Οὐσίαν οὐχ ἱστοροῦμεν καί ζωγραφοῦμεν;» Ἐπειδή δέν τήν γνωρίζομεν, οὐχ οἴδαμεν καί οὐκ ἐθεασάμεθα.  

Εἶναι ἐντυπωσιακή λοιπόν καί ὄχι ἀληθής ἡ ἐκ μέρους τῶν Νεο-εικονομάχων χρῆσις τοῦ κειμένου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Πάπα Ρώμης.  

Παρομοία ἦτο καί ἡ τῶν μονοφυσιτῶν χρῆσις τῆς διατυπώσεως τοῦ Ἁγίου κυρίλλου Ἀλεξανδρείας: «Μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», τόν ἐξ ἴσου πονηρόν σκοπόν εἶχε, τήν πλάνην, καί εἰς τό ἴδιον τέλος κατέληγε, τήν ἀπώλειαν.

 Εἰς τήν συνέχειαν, οἱ νεοφώτιστοι Νεοεικονομάχοι, ἀφήνοντες τόν Ἅγιον Γρηγόριον Ρώμης καί ἀναλαμβάνοντες τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς τήν ἔγγραφον Ἀπόφασιν, γράφουν:

«Καί πάλιν ἐν τῆ Ε΄ Πράξει τῆς ἰδίας Ἁγίας Συνόδου, ρητῶς κηρύσσεται ὅτι ἡ θεία φύσις δέν περιγράφεται καί δέν ζωγραφίζεται, ἀλλά μόνον ἡ ἀνθρωπότης τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου: «…τοῦ δέ Θεοῦ εἰκόνας ποιοῦμεν, λέγω δή τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθώς ὤφθη ἐπί τῆς γῆς, καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη, τοῦτον γράφοντες, καί οὐχ ὡς νοεῖται φύσει Θεός, ποία γάρ ὁμοίωσις, ἤ ποῖον σχῆμα τοῦ ἀσωμάτου καί ἀσχηματίστου Λόγου τοῦ Πατρός; Πνεῦμα γάρ ὁ Θεός, ὡς γέγραπται, τουτέστιν ἡ τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος φύσις, ἀλλ' ἐπεί εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός κατελθών ὁ Μονογενής αὐτοῦ Υἱός καί Θεός Λόγος ἐξ οὐρανῶν, ἐσαρκώθη διά τήν ἡμῶν σωτηρίαν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί τῆς ἀχράντου Παρθένου καί Θεοτόκου Μαρίας, τήν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ γράφομεν, οὐχί τήν ἀσώματον Θεότητα» (Αὐτόθι σελ. 814/314).

 Τί λοιπόν καταφέρουν νά ἀποδείξουν ἐδῶ, «Ὀρθόδοξος Πνοή» Τεῦχος 187, διά τῆς ἐπικλήσεως τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου οἱ τῆς Νεοεικονομαχίας νεοφώτιστοι;

Ὅτι ΔΕΝ εἰκονίζεται ὁ Θεός Πατήρ; 

Ὅτι ΔΕΝ εἰκονίζεται ἡ Ἁγία Τριάς; κάθε ἄλλο μόνον τό αὐτονόητον:

Ὅτι ΔΕΝ εἰκονίζεται ἡ Θεϊκή Φύσις. Ὅτι ΔΕΝ εἰκονίζεται ἡ τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου Τριάδος Φύσις.

Μήπως ἀποδεικνύουν ὅτι ἐκ τῶν Τριῶν Θεαρχικῶν Προσώπων ΜΟΝΟΝ ὁ Χριστός δύναται νά εἰκονίζεται; κάθε ἄλλο. μόνον τό αὐτονόητον: Ὅτι τόν Χριστόν εἰκονίζομεν κατά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν καί ὄχι κατά τήν Θεϊκήν. 

Τό ἀνωτέρω κείμενον τῆς Ε´ Πράξεως τῆς Ἁγίας Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δέν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μέ τήν Αἱρετικήν ἐπιδίωξιν τῶν Νεοεικονομάχων οἱ ὁποῖοι μάχονται κατά τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ Πατρός καί κατά τῆς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Εἶναι πασιφανές ὅτι τό κείμενον ἀπευθύνεται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τάς εἰκόνας ὡς περιγραφάς τῆς Θείας Φύσεως καί ὄχι ὡς συμβολικάς παραστάσεις τῶν ὁράσεων τῶν Προφητῶν.

Ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν ἐδέχθη τάς εἰκόνας τῆς Ἁγίας Τριάδος ὡς περιγραφάς τῆς Θείας Φύσεως, ὅπως εἴδομεν καί εἰς τήν ἀρχήν. 

Πρέπει νά τονισθῇ ὅτι ἡ Ἁγία καί μεγάλη 7η Οἰκουμενική Σύνοδος μακαρίζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέχονται καί εἰκονίζουν τάς προφητικάς ὁράσεις. Κάθε χρόνο διαβάζομε τήν κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας:

«Τῶν τάς προφητικάς ὁράσεις, ὡς αὐτό τό Θεῖον αὐτάς ἐσχημάτισε καί διετύπου, εἰδότων καί ἀποδεχομένων καί πιστευόντων, ἅπερ ὁ τῶν Προφητῶν χορός ἑωρακότες διηγήσαντο, καί τήν τῶν Ἀποστόλων καί εἰς Πατέρας διήκουσαν ἔγγραφον καί ἄγραφον παράδοσιν κρατυνόντων, καί διά τοῦτο εἰκονιζόντων τά Ἅγια καί τιμώντων, αἰωνία ἡ μνήμη».11

 Ἡ ἰδία Ἁγία Σύνοδος Ἀναθεματίζει ἐπίσης αὐτούς οἱ ὁποῖοι δέν δέχονται νά εἰκονίσουν τάς Προφητικάς ὁράσεις:

«Τοῖς τάς μέν προφητικάς ὁράσεις, κἂν μη βούλοιντο, παραδεχομένοις, τάς δ’ ὀφθείσας αὐτοῖς εἰκονογραφίας, ὦ θαῦμα! καί πρό σαρκώσεως τοῦ Λόγου μή καταδεχομένοις, ἀλλ’ ἢ αὐτήν τήν ἄληπτόν τε καί ἀθέατον οὐσίαν ὀφθῆναι τοῖς τεθεαμένοις κενολογοῦσιν, ἢ εἰκόνας μέν ταῦτα τῆς ἀληθείας, καί τύπους, καί σχήματα ἐμφανισθῆναι τοῖς ἑωρακόσι συντιθεμένοις, εἰκονογραφεῖν δέ ἐνανθρωπήσαντα τόν Λόγον, καί τά ὑπέρ ἡμῶν αὐτοῦ πάθη οὐκ ἀνεχομένοις, Ἀνάθεμα α΄ ».12

 Ἄραγε ὄχι μόνον δέν ἀπαγορεύει ἡ Ἁγία Ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδος τήν εἰκόνα τοῦ Συνθρόνου τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ τόν Πατέρα ὡς Παλαιόν τῶν Ἡμερῶν, ὅπως ἔχει ἐμφανισθῆ εἰς τούς Προφήτας, ἀλλά ἀναθεματίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τήν εἰκονογράφησιν τῶν προφητικῶν ὁράσεων καί μακαρίζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι τάς δέχονται.

4.- Δέν εἶναι κανονική καί Ὀρθόδοξη διότι εἰκονίζει τόν Θεόν Πατέρα τόν ὁποῖον κανείς δέν ἔχει ἰδεῖ ποτέ. «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε» (Ἰωάν. ι-18).

Οἱ νέο-εικονομάχοι διαδίδουν μεταξύ ἄλλων καί τήν προπαγάνδα ὅτι ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀντιτίθεται ἀκόμη καί εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν. Ἄς ἰδοῦμε ὅμως τί μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος εἰς τήν 15ην Ὁμιλίαν του, ἀκριβῶς ἐπάνω εἰς τήν σχετικήν περικοπήν τοῦ Εὐαγγελίου τήν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοεικονομάχοι:

 «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε· ὁ Μονογενὴς Υἱός, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο. . . . Τί οὖν ἐροῦμεν τῷ μεγαλοφωνοτάτῳ Ἠσαΐᾳ λέγοντι· Εἶδον τόν Κύριον καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου; Τί δέ τῷ Ἰωάννῃ προσμαρτυροῦντι αὐτῷ ὅτι ταῦτα εἶπεν, ὃτε εἶδε τήν δόξαν αὐτοῦ; Τί δέ τῷ Ἰεζεκιήλ; Καί γάρ καί αὐτός ἐπί τῶν Χερουβίμ καθήμενον αὐτόν ὁρᾷ. Τί δέ καί τῷ Δανιήλ; καί γάρ αὐτός φῃσιν· Ὁ Παλαιός τῶν ἡμερῶν ἐκάθητο…. Καί ἕτεροι δέ αὐτόν ἑωράκασι. Πῶς οὖν ὁ Ἰωάννης εἶπεν, Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε; Δηλῶν ὃτι πάντα ἐκεῖνα συγκαταβάσεως ἦν, οὐκ αὐτῆς τῆς οὐσίας ….. Καί τοῦτο διά προφήτου τινός ὁ Θεός καί Πατήρ ἐμφαίνων ἔλεγεν· Ἐγώ ὁράσεις, φησίν, ἐπλήθυνα, καί ἐν χερσί Προφητῶν ὡμοιώθην, τουτέστι, συγκατέβην, οὐ τοῦτο ὅπερ ἤμην ἐφάνην».13

 Ἐδῶ μᾶς ἐξηγεῖ ὁ Ἅγιος τό τί σημαίνει «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μᾶς ἐξηγεῖ τό τί ἀκριβῶς γράφει ὁ Εὐαγγελιστής. Γράφει διά τήν Θεϊκήν οὐσίαν καί ὄχι διά τάς συγκαταβατικάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν εἰς τάς ὁποίας στηρίζεται ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος, «πάντα ἐκεῖνα συγκαταβάσεως ἦν, οὐκ αὐτῆς τῆς οὐσίας».

Ἀποστομώνει ὁ Ἅγιος ἐπίσης αὐτούς οἱ ὁποῖοι διαδίδουν ὅτι μόνον ὁ Υἱός ἐμφανίσθη εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην καί ποτέ ὁ Πατήρ. «Καί τοῦτο διά Προφήτου τινός ὁ Θεός καί Πατήρ ἐμφαίνων ἔλεγεν· Ἐγώ ὁράσεις, φησίν, ἐπλήθυντα…».

 Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέγει:

 «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν υἱῷ» (Ἐβρ. Α´, 1-2).

Μέ πολλούς τρόπους καί πολλάς φοράς ὁ Θεός Πατήρ ἔχει φανερωθῆ εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην διά μέσῳ τῶν Προφητῶν καί εἰς τήν καινή Διαθήκη διά μέσῳ τοῦ μονογενοῦς Του Υἱοῦ, τοῦ κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τί ἄλλο χρειάζονται οἱ Νεοεικονομάχοι διά νά σταματήσουν νά παρασύρουν τούς ἁπλοϊκούς; Ἤ μᾶλλον μέχρι πότε θά τούς κοροϊδεύουν.

 5.- Ὅλαι αἱ Προφητικαί Ὁράσεις εἶναι «Χριστοκεντρικαί».

 Ἡ ὀνομασία «Παλαιός τῶν Ἡμερῶν» ὅπως καί τό ὄνομα «Θεός» ἀνήκει καί εἰς τά Τρία Πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Δέν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τόν υἱόν ὅπως διαδίδουν οἱ Νεοικονοκλάστες. 

Δηλαδή, ὅταν οἱ Προφῆται διηγοῦνται τάς ὁράσεις των εἰς τήν Παλαιάν Διαθήκην, ὅλαι αἱ Θεοφάνειαι εἶναι τοῦ Υἱοῦ. Ὁ Παλαιός τῶνἩμερῶν εἰς τάς προφητικάς ὁράσεις ἦτο πάντοτε ὁ Χριστός καί πουθενά δέν ἦτο ὁ Θεός Πατήρ.



 Αὐτοί ἀνήκουν εἰς τήν ὁμάδα τῶν Νεοεικονομάχων καί ἀρνοῦνται τήν εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, διότι, ὅπως λέγουν, ὁ Θεός δέν εἰκονίζεται καθώς «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε». Διδάσκουν ὅτι εἰς ὅλας τάς Θεοφανείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦτο μόνον ὁ Υἱός. κατ᾽ αὐτούς, ὅταν ὁ Θεός ἐμφανίσθηκε εἰς τούς Προφήτας καί εἰς τούς Πατριάρχας καί ἐμίλησε μαζί τους, ἡ ἐμφάνισις αὐτή ἦτο τοῦ Υἱοῦ καί ὅχι τοῦ Πατρός.  

Ἄς ἰδοῦμε ὅμως, τί μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μέσῳ τῶν Ἁγίων της:

 1.- Ἄς ἀρχίσωμεν ἀπό τόν Ἅγιον Νικόδημον τόν Ἁγιορείτην, ὁ ὁποῖος εἰς τό Πηδάλιον γράφει εἰς τά προλεγόμενα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου:

  «ὅτι καί ὁ Ἄναρχος Πατήρ πρέπει νά ζωγραφίζεται καθώς ἐφάνη εἰς τόν προφήτην Δανιήλ ὡς Παλαιός ἡμερῶν».14

 2.- Ἡ Ἁγία Ζ´ Οἰκουμενική Σύνοδος, εἰς τήν Η´ Πρᾶξιν αὐτῆς λέγει: 

«Πιστεύοντες εἰς ἓνα Θεόν ἐν Τριάδι ἀνυμνούμενον, τάς τιμίας αὐτοῦ εἰκόνας ἀσπαζόμεθα».15

 3.- Ὅ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅταν σχολιάζῃ τό ὅραμα τοῦ Προφήτου Δανιήλ λέγει:

  «Πατέρα καί Υἱόν οὗτος καί πρῶτος καί μόνος ὁρᾶ, ὡς ἐν ὂψει».16

 4.- Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος περί τοῦ Ὁράματος τοῦ Δανιήλ λέγει:

 «Καί ὡς ὁ Δανιήλ, εἶδεν τόν Παλαιόν τῶν ἡμερῶν, τοῦτο ὀπτασία τοῦ ΠΑΤΡΟΣ».17

 5.- Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς περί τοῦ αὐτοῦ Ὁράματος τοῦ Δανιήλ λέγει:

 «Ἀλλά καί πατέρα τόν Δαβίδ οὗτος ἔχει, . . . ὡς εἶναι τόν τεχθησόμενον Θεόν ὁμοῦ καί ἄνθρωπον, υἱόν τε ἀνθρώπου καί υἱόν Θεοῦ, παρά Θεοῦ καί Πατρός ὡς ἄνθρωπος τήν ἀδιάδοχον Βασιλείαν λαμβάνοντα, ὡς εἶδε καί προανεκήρυξεν ὁ Δανιήλ· «ἐθεώρουν γάρ», φησίν, «ἕως οὗ θρόνοι ἐτέθησαν καί Παλαιός Ἡμερῶν ἐκάθισε· καί ἰδού ὡς υἱός ἀνθρώπου ἐρχόμενος ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ καί μέχρι τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν ἔφθασε, καί αὐτῷ ἐδόθη ἡ τιμή καί ἡ ἐξουσία».18

 Ὑπάρχουν καί ἄλλαι πολλαί πατερικαί καί λειτουργικαί μαρτυρίαι αἱ ὁποῖαι μᾶς διδάσκουν ὅτι ἐφανερώθη καί ὁ Πατήρ εἰς τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν, ὄχι μόνον ὁ Υἱός, ὅπως προσπαθοῦν νά παρουσιάσουν οἱ Νεοεικονομάχοι. Ἡ 7η Οἰκουμενική Σύνοδος μακαρίζει αὐτούς οἱ ὁποῖοι παραδέχονται καί εἰκονίζουν τάς προφητικάς ὁράσεις, Εἰς τάς ὁράσεις τῶν Προφητῶν περιέχονται καί ὁράσεις τοῦ Πατρός, καί αὐτή εἶναι ἡ βάσις τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς εἰκόνος τῆς Ἁγίας Τριάδος.

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ τόν Πατέρα ὡς Παλαιόν Ἡμερῶν εἶναι Ὀρθόδοξος καί προσκυνητή. Εἶναι ἑδραιομένη εἰς Ἀποφάσεις Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί εἰς Διδαχάς Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων. Ὅσοι διώκουν τήν εἰκόνα αὐτήν καί δέν τήν προσκυνοῦν, ὅπως οἱ Νεοεικονομάχοι τοῦ 20οῦ αἰῶνος καθώς καί οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτούς, κουβαλοῦν μαζί τους τό Ἀνάθεμα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί φυσικά εὑρίσκονται ἐκτός Ἐκκλησίας.

Εὐχόμεθα εἰλικρινῶς ὁ Τριαδικός Θεός νά φωτίσῃ τούς πρώην ἀδελφούς μας οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύθηκαν τούς Νεοεικονομάχους να μήν τούς ἐνθαρρύνουν μέ τό νά τούς ἀκολουθοῦν.

Μέ αὐτά τά λίγα νομίζω πῶς ἀπερρίφθησαν τά ἐπιχειρήματα τῶν Νεοεικονομάχων.

Ἡ εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι Ὀρθόδοξος και προσκυνητή, Ἡ προσκύνησίς της ἀποτελεῖ παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας, Ἡ ὕπαρξίς της εἶναι θεμελιωμένη εἰς πάρα πολύ στερεά θεμέλια, αὐτά τῶν Ἀποφάσεων Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

 ____________________________________________________________________________ 

1  (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 347/847).

2  (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 297/797).

3  (Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 342/842).

4  Θεοδώρου Ἡγουμένου τοῦ Στουδίτου, Ἀντιρρητικός, P.G. 99, 405A.

5  Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, P.G. 94, 1344-1345.

6  Θεοδώρου Ἡγουμένου τοῦ Στουδίτου, P.G. 99, 1640).

7  Ἡ ἀνωτέρω μαρτυρία εἶναι προσβάσιμος εἰς τόν διαδικτυακόν τόπον: http://psalter.library.uu.nl/images/FOL_064V.JPG

8 Ἡ Δράση τοῦ Καθολικισμοῦ στίς Ἑλληνικές Χῶρες στά 1600-1700, Α. βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, τόμ. Γ´, Θεσσαλονίκη 1968.

9  Κώδιξ τῆς Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ Α.Μ., σελ. 90-91.

101ΝΑ ΄ Πρακτικόν τῆς ἐν Μοσχοβίᾳ Συνόδου ἐπί Καθαιρέσει τοῦ Πατριάρχου Νίκωνος 1666-67.

11  Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας.

12  Συνοδικόν τῆς Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας.

13  Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, P.G. 59, 97-98

14  Πηδάλιον, ἔκδοσις Ἀστήρ, σελίς 320.

15  Πρακτικά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμ. Γ´ σελ. 383/883.

16  Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, P.G. 56, 233.

17  Ἁγίου Ἐπιφανίου

181Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ιΔ´, 11.

Απάντηση στον Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο Περί Αποτειχίσεως.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ Ας κλείσω αυτό το θέμα κι ας φτάσω σε ένα θέμα που ανυπομονούν κι οι Κύπριοι αδελφοί μου, που πρι...