Διακοπή Εκκλησιαστικής Κοινωνίας με τους Αιρετικούς ΠΣΕσατζίδες-Οικουμενιστές και τους Παρασυνάγωγους ΓΟΧ η μόνη οδός σωτηρίας
Τήν ἐγκυρότητα τῶν Μυστηρίων τῶν μή καθηρημένων κληρικῶν βεβαιώνει και ἡ Ζ΄ Οἰκουμενική μέσῳ τοῦ προέδρου της ἁγίου Ταρασίου” έχω να προσθέσω ότι ο Άγιος Νικόδημος, στό Ιερό Πηδάλιο, επεξηγώντας την απόφαση αυτή της Z' Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρει:
"Σημείωσε όμως ότι οι εικονομάχοι ούτοι και πάντες οι άλλοι αιρετικοί, των οποίων τας χειροτονίας εδέχθη ποτέ η Εκκλησία, κατ' ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ και ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΙΝ και όχι κατά ΑΚΡΙΒΕΙΑΝ, ούτοι , λέγω, ήσαν ορθώς και κατά τον τύπον της Ορθοδόξου Εκκλησίας βεβαπτισμένοι.
Δι' ό και η Εκκλησία, καθώς εδέχθη το βάπτισμα αυτών, ούτως ακολούθως εδέχθη και τας αυτών χειροτονίας...
(582 σελίδα)
Και η Οικουμενική δε Ζ΄ συνοδος, ει και εδέχθη τας χειροτονίας των αιρετικών Εικονομάχων (ουχί όμως των πρωταρχών της αιρέσεως, και των εμπαθώς εγκειμένων και μη γνησίως και αληθώς μετανοούντων, ως ειπεν ο θείος Ταράσιος · αλλά των ακολουθησάντων τοίς πρωταρχαις, και ΑΛΗΘΩΣ ΚΑΙ ΓΝΗΣΙΩΣ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΩΝ...) και τους παρ' αυτών χειροτονηθέντας, πάλιν δεν ανεχειροτόνησεν ορθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται εν τη α. πράξει αυτής, αλλά τουτο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΣ εποίησε δια το πολύ πλήθος όπου τότε επεπόλαζε των εικονομάχων. Καθώς και η Οικουμενική Β'. τινών αιρετικών δι' οικονομία εδέχθη το βαπτισμα , ως προείπομεν. Όθεν ως μη όρον την τοιαύτην ΚΑΙΡΙΚΗΝ και ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝ ποιησάμενη, ουκ εναντιούται εις τον παρόντα Αποστολικό Κανόνα".
(Σελ 91)
"Το ότι οι Εικονομάχοι προ του 787 ήταν ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ , καθίσταται φανερό και από την αίτησί τους κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο να ενωθούν «τη καθολική Εκκλησία», καθώς και από τους λόγους των Πατέρων π.χ. περί αποδοχής «των νυνί προσελθόντων τη καθολική Εκκλησία»".
(Αρχ. Βασιλείου Παπαδάκη
" Το σχήμα του ζηλωτικου παλαιημερολογητισμου ").
Η Εκκλησία είναι το θεανθρώπινον Σώμα του Κυρίου και ο Ίδιος ο Χριστός είναι Κεφαλή.
Οι πιστοί δεν είμαστε ενωμένοι μέσω κάποιας χειροτονίας αλλά μέσω της ορθής και σωτήριας ομολογίας της Πίστεως.
“Η οικοδόμηση-θεμελίωση της Εκκλησίας γίνεται στην ομολογία της ορθής πίστεως που εξασφαλίζει την ενότητα.«Ο γαρ την Εκκλησίαν επί τη ομολογία αυτού (του Πέτρου) οικοδομήσας και ούτω τειχίσας αυτήν, ως μυρίους κινδύνους και θανάτους αυτής μη περιγενέσθαι, ο των ουρανών αυτώ τας κλεις δεδωκώς και τοσαύτης εξουσίας ποιήσας κύριον...» (Εις Ματθ., Ομιλ. ΠΒ' 3: PG 58,741).
Δεν είναι ο Πέτρος ο θεμέλιος επί του οποίου στηρίζεται και οικοδομείται η Εκκλησία, θεμέλιος ειναι η ορθή πίστη και αποδοχή της, η ομολογία.
Δεν γίνεται δηλαδή ο Πέτρος θεμέλιος ένεκα της ομολογίας του, αλλά θεμέλιος είναι η ίδια η ομολογία. (Στ. Παπαδόπουλος,Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, τ. 2, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1999) “
"Το κριτήριο της ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ για μας τους Ορθοδόξους είναι το ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΟΓΜΑ, ενώ για τους ετερόδοξους είναι η αποστολική διαδοχή.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση δεν αρκεί να ανάγουμε την χειροτονία στους Αποστόλους,αλλα να έχουμε ορθόδοξο δόγμα".
(π. Ιωάννης Ρωμανίδης" Εμπειρική Δογματική "Μητρ. Ναυπάκτου Ιερ.Βλαχου).
του μοναχου Μακαριου Κουτλουμουσιανου
Στο Ιερό Πηδάλιο ο Άγιος Νικόδημος αναφέρει:
"α. Ότι οι κανόνες διαφέρουσιν από τους όρους...
διότι οι μεν κανόνες των συνόδων κυρίως περιέχουσιν, όχι τα δόγματα της πίστεως, (ειμή σπανιάκις), αλλά την της εκκλησίας ευταξίαν, και κατάστασιν.
Οι δε όροι των συνόδων κυρίως περιέχουσι μόνα τα της πίστεως δόγματα . (σελίδα ιη').
Κατόπιν ο Άγιος γράφει:
"Πρέπει να ηξεύρωμεν, ότι τα επιτίμια όπου διορίζουν οι Κανόνες, ήγουν το, καθαιρήσθω, το, αφοριζέσθω, και το ανάθεμα έστω.
Αυτά, κατά την γραμματική τέχνην, είναι γ'· προσώπου προστατικτού, μη παρόντος.
Εις το οποίον δια να μεταδοθή η προσταγή αυτή, εξ ανάγκης χρειάζεται να είναι β' παρόν.
Το εξηγώ καλλιώτερα.
Οι Κανόνες προστάζουσι την σύνοδον των ζώντων Επισκόπων, να καθαιρούν τους ιερείς ή να αφορίζουν, ή να αναθεματίζουν τους λαϊκούς, όπου παραβαίνουν τους κανόνας.
Όμως αν η σύνοδος δεν ενεργήση εμπράκτως την καθαίρεσιν των ιερέων, ή τον αφορισμόν, ή αναθεματισμόν των λαϊκών, οι ιερείς αυτοί και οι λαϊκοί ούτε καθηρημένοι είναι ενεργεία, ούτε αφορισμένοι ή αναθεματισμένοι.
Υπόδικοι όμως, εδώ μεν εις την καθαίρεσιν και αφορισμόν ή αναθεματισμόν, εκεί δε εις την θείαν δίκην...
Όθεν σφάλουσι μεγάλως εκείνοι οι ανόητοι όπου λέγουσιν, ότι εις τους παρόντας καιρούς όλοι οι παρά κανόνας χειροτονηθέντες ιερωμένοι, είναι ενέργεια καθηρημένοι...
Αυτοί οι ίδιοι Θείοι Απόστολοι φανερά εξηγούσι τον εαυτόν τους με τον μς'· Κανόνα τους, επειδή δεν λέγουσι πως ήδη ευθύς ενεργεία ευρίσκεται καθηρημένος, όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος δεχθή το των αιρετικών βάπτισμα, αλλά καθαιρείσθαι προστάζομεν, ήγουν να παραταθή εις κρίσιν, και αν αποδειχθή πως τούτο έκαμε, τότε ας γυμνωθή με την ειδικήν σας απόφασην από την ιερωσύνη, τούτο προστάσσομεν". (σελ.5)
Στα προλεγόμενα της εν Γάγγρα Συνόδου, ο Άγιος για τα αναθέματα των Συνόδων λέγει:
"... καθώς και όλοι οι άλλοι Πατέρες των λοιπών Συνόδων και μάλιστα των Οικουμενικών, αναθεμάτισαν εις τα πράξεις αυτών τους αιρετικούς...
Ο ίδιος ο Χρυσόστομος λέγει, ότι πρέπει να αναθεματίζωμεν τα αιρετικά δόγματα και να τα ελέγχωμεν...",
«...και αναθεματισθήναι πάσαν αίρεσιν» (Β' Οικουμενική Σύνοδος Κανών Α').
"Η αλήθεια όμως είναι αυτή, ότι η παρούσα Σύνοδος με υπερβολήν εμεταχειρίσθη του αναθέματος, όχι μόνο εναντίον εις τα αιρετικά και σχισματικά φρονήματα του Ευσταθίου, αλλά και εναντίον εις εκείνα τα άτοπα όπου με μόνον αφορισμό των λαϊκών και καθαίρεση των ιερωμένων, θεραπεύονται από άλλους Κανόνας.
Τον γαρ νηστεύοντα εν Κυριακή και τον κατ' ιδίαν εκκλησιάζοντα, οι μεν Αποστολικοί Κανόνες καθαιρούσιν ιερωμένων όντα, αφορίζουσι δε λαϊκόν όντα, η δε παρούσα Σύνοδος αναθεματίζει...
Οι δε λοιποί Κανόνες, μόνο ένδεκα φορές... λέγει το ανάθεμα ".
Από αυτό συνεπάγεται ότι, υπάρχουν Αναθέματα από Αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων για Αιρέσεις και Αιρετικούς που αθετούν και παραβαίνουν Δογματικούς Όρους:
«Αιρετικούς δε λέγομεν τούς τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους με τα ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας...»
(Β' Οικουμενική Σύνοδος Κανών ΣΤ').
Υπάρχουν όμως σπανίως και κάποια Αναθέματα για όσους "Χριστιανούς" αθετούν και παραβαίνουν Ιερούς Κανόνες.
Στα προλεγόμενα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, ο Άγιος αναφέρει για τα χαρακτηριστικά των Συνόδων τα εξής:
"Τέσσαρα τινά χαρακτηριστικά ιδιώματα των Οικουμενικών συνόδων ευρίσκω σποράδην εις πολλούς ευρισκόμενα, και μάλιστα παρά Δοσιθέω...
Δεύτερον· το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός...
Τρίτον· το να είναι πάντα τα εκτιθεμένα παρ' αυτών Δόγματα και οι Κανόνες Ορθόδοξα ευσεβή και σύμφωνα ταις Θείαις Γραφαίς, ή ταις προλάβουσαις Οικουμενικαίς συνόδοις.
Διό και πολυθρύλλητον είναι το αξίωμα του αγίου Μαξίμου το εις τοιαύτην υπόθεσιν ρηθέν.
« Τας γενομένας συνόδους, η ευσεβής πίστις κυροί και πάλιν, η των δογμάτων ορθότης κρίνει τας συνόδους»... ".
Ο μεν Α' Κανών της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου επικυρώνει όλους τους Όρους - Δόγματα και Αποφάσεις των προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων:
"Καὶ συνελόντι φάναι, πάντων τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ διαπρεψάντων ἀνδρῶν, οἳ γεγόνασι φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, τὴν πίστιν κρατεῖν βεβαίαν, καὶ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, καὶ τὰ αὐτῶν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε καὶ δόγματα, πάντας ἀποβαλλόμενοί τε, καὶ ἀναθεματίζοντες, οὓς ἀπέβαλον, καὶ ἀνεθεμάτισαν, ὡς τῆς ἀληθείας ἐχθρούς, καὶ κατὰ Θεοῦ φρυαξαμένους κενά, καὶ ἀδικίαν εἰς ὕψος ἐκμελετήσαντας.
Εἰ δέ τις τῶν ἁπάντων μὴ τὰ προειρημένα τῆς εὐσεβείας δόγματα κρατοῖ καὶ ἀσπάζοιτο, καὶ οὕτω δοξάζοι τε, καὶ κηρύττοι, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἰέναι τούτων ἐπιχειροῖ, ἔστω ἀνάθεμα, κατὰ τὸν ἤδη ἐκτεθέντα ὅρον ὑπὸ τῶν προδηλωθέντων ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων, καὶ τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος, ἐξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω.
Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν, κατὰ τα προορισθέντα, παντελῶς διεγνώκαμεν, ἢ καθ’ ὁντιναοῦν δεδυνήμεθα λόγον.
Ο δε Β' Κανών της ίδιας Συνόδου επικυρώνει όλους τους Ιερούς Κανόνες:
"καὶ μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ἢ ἀθετεῖν, ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως ὑπό τινών συντεθέντας, τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων.
Εἰ δέ τις ἁλῶ κανόνα τινὰ τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἢ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατὰ τὸν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτὸς διαγορεύει, τὴν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καὶ δι' αὐτοῦ, ἐν ᾧπερ πταίει θεραπευόμενος".
Στόν υπό Αγίου Νικοδήμου ερμηνεία του Α' Κανόνα του Μέγα Βασιλείου περί αιρετικών και σχισματικών αναγράφεται :
"Αιρετικοί δε ονομάζονται εκείνοι τών οποίων η διαφορά παρευθυς και αμέσως είναι περί της εις Θεόν πίστεως, ήτοι οι κατά την πίστιν και τα δόγματα χωρισμένοι από τους ορθοδόξους και παντελώς απομακρυσμενοι".
Δηλαδή, άλλο είναι να διδάσκει κάποιος αιρετικές διδασκαλίες και να μένει αμετανόητος εις αυτές.
"Καθ' όσον το πλανάσθαι ανθρώπινον, το εμμένειν όμως εις την πλάνην και μη απορρίπτειν ταύτην μετά γενομένην υπόδειξιν, εφάμαρτον και δαιμονικόν, ως εμφαίνον υπεροψίαν και ύβριν κατά του Αγίου Πνεύματος".
( Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας).
Και άλλο είναι να παραβεί κάποιον Ιερό Κανόνα.
"Αυτοί οι ίδιοι Θείοι Απόστολοι φανερά εξηγούσι τον εαυτόν τους με τον μς'· Κανόνα τους, επειδή δεν λέγουσι πως ήδη ευθύς ενεργεία ευρίσκεται καθηρημένος, όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος δεχθή το των αιρετικών βάπτισμα, αλλά καθαιρείσθαι προστάζομεν, ήγουν να παραταθή εις κρίσιν, και αν αποδειχθή πως τούτο έκαμε, τότε ας γυμνωθή με την ειδικήν σας απόφασην από την ιερωσύνη, τούτο προστάσσομεν".
Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω,
διαφορετικά είναι τα Εκκλησιαστικά επιτίμια των Οικουμενικών Συνόδων, για συνειδητή παρέκκλιση και αθέτηση Δογματικών Όρων και Αποφάσεων.
"Θέλοντος Θεού, ίση ομολογία η εκκλησιαστική πίστις", (β' Κανών της Καρθαγένης Συνόδου)
Και διαφορετικά είναι τα Εκκλησιαστικά επιτίμια των Οικουμενικών Συνόδων για παραβάσεις Ιερών Κανόνων.
"Έπειτα η εκκλησιαστική τάξις, μετά συναινέσεως εκάστου", (β' Κανών της Καρθαγένης Συνόδου, Μητ. Ναυπάκτου Ιερ.).
Αυτό σημαίνει ότι όταν κάποιος παραβαίνει Ιερούς Κανόνες, υπόκειται στα επιτίμια του Κανόνα που παρέβη και γίνεται "υπόδικος -δυνάμει" καθηρημένος, αφορισμένος, αναθεματισμένος προ Συνοδικής διαγνώμης, και "ενεργεία" καθηρημένος, αφορισμένος, αναθεματισμένος μετά Συνοδικής διαγνώμης .
Διότι το "υπόδικος-δυνάμει" και "ενεργεία" του Αγίου Νικοδήμου λέχθηκε, όπως κι ο ίδιος Άγιος τονίζει, για τα κανονικά επιτίμια παραβάσεις Ιερών Κανόνων, (Εκκλησιαστική τάξη) και όχι για παρέκκλιση και αθέτηση Δογματικών Όρων και Αποφάσεων, (Εκκλησιαστική Πίστη ),όπως λανθασμένα πιστεύουν και διδάσκουν κάποιες σχισματοαιρετικές παρατάξεις (γ.ο.χ.) .
Ενώ όταν κάποιος συνειδητά παρεκκλίνει και αθετεί δογματικούς όρους και αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων τότε γίνεται Αιρετικός- αναθεματισμένος, διότι,
« εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος» (Απ. Παύλου)
και υπόκειται στα επιτίμια για Αιρετικούς των, «αείζωος και ανέκλειπτως»(Αγ. Νικόδημος)
και των, « αεί υφίστασθαι και ες αεί έχειν κύρος... άτινα διαμένουσιν εις τον αιώνα» (Αγ. Νεκταρίου)
Οικουμενικών Συνόδων όπου είναι ο μεγάλος αφορισμός δηλ. το ανάθεμα.
"Ημείς τή αρχαία θεσμοθεσία τής Καθολικής Εκκλησίας επακολουθούμεν· ημείς τούς προστιθέντας τι ή αφαιρούντας εκ τής Καθολικής Εκκλησίας αναθεματίζομεν .
Όλοις τοίς αιρετικοίς, ανάθεμα.
Ει τίς παράδοσιν εκκλησιαστικήν έγγραφων ή άγραφων αθετεί, ανάθεμα έστω".
(Απόσπασμα εκ των Πρακτικῶν της ζ' και η' συνεδρίας και «Συνοδικού της Ορθοδοξίας» , Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, Π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Οι Θεοφόροι Πατέρες της Ε' Οικουμενικής Συνόδου ορίζουν:
"Ταύτης τοίνυν της ορθής ομολογίας εν τη αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία φυλαττομένης τε και κηρυττομένης, ει τις εαυτόν της εν αυτή πίστεως ταναντία ταύτη φρονών χωρίσει ο τοιούτος, εαυτόν αλλοτριών της ορθής πίστεως και τοις αιρετικοίς συναριθμών, δικαίως υπό της αγίας του Θεού Εκκλησίας κατακρίνεται και αναθεματίζεται".
(Ομολογία Ε' Οκουμενικής Συνόδου ).
" Εί τις μητροπολίτης της επαρχίας, αποστάτησας της αγίας και οικουμενικής Συνόδου..." και κάθε οικουμενικής Συνόδου,
"τα Καιλεστίου εφρόνησεν ή φρονήσει" τα αιρετικά δόγματα της Ληστρικης Συνοδου της Κρητης εφρονησε ή φρονήσει "ουτος κατά των της επαρχίας επισκόπων διαπράττεσθαι τι ουδαμώς δύναται, πάσης εκκλησιαστικής κοινωνίας εντεύθεν ήδη υπό της Συνόδου" και από κάθε Συνόδου, "αποεκβεβλημένος και ανενέργητος υπάρχων..."
(Γ' Οικουμενική Σύνοδος Α' Κανών , Πρώτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου).
Οι Οικουμενικές Συνοδικές Αποφάσεις "ως «οικεία δυνάμει εις το διηνεκές» μενούσας, δηλ. μη εξαρτωμένας απο την αναγνώρισιν του πάπα ή άλλου ιεράρχου ή της οιασδήποτε Συνόδου",
( Μητρ. Νικουπόλεως Μελετίου "Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος"), δεσμεύουν και υποχρεώνουν ανεξαιρέτως όλους τους Χριστιανούς κλήρο και λαό να περιφρουρούν και να διατηρούν την Ορθόδοξη Πίστη απαράλλαχτη και ανόθευτη .
Γι' αυτό οι Θεούμενοι Οικουμενικοί Πατέρες οριστικώς δογματίζουν:
"Οι Προφήται ώς είδον, οι Απόστολοι ώς εδίδαξαν, η Εκκλησία ώς παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ώς εδογμάτισαν,η οικουμένη ώς συμπεφρόνηκεν, η Χάρις ώς έλαμψαν ,
η αλήθεια ώς αποδέδεικται, το ψεύδος ώς απελήλαται, η σοφία ώς επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν αληθινόν Θεόν ημών...
Αυτή η Πίστις των Αποστόλων, αυτή η Πίστις των Πατέρων, αυτή η Πίστις των Ορθοδόξων , αυτή η Πίστις την οικουμένην εστήριξεν".
(Απόσπασμα εκ των Πρακτικῶν της ζ' και η' συνεδρίας και «Συνοδικού της Ορθοδοξίας» , Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, Π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι:
"Κατά ταύτα αίρεσις είναι πάσα πεπλανημένη διδασκαλία, παρεκκλίνουσα από της γνησίας χριστιανικής πίστεως, άμα δε και πάσα ιδιαιτέρα χριστιανική κοινότης, διαφωνούσα προς την δογματικήν διδασκαλίαν της αληθούς Εκκλησίας και αποκοπείσα από της κοινωνίας και ενότητας, μετ' αυτής.
Ως απαρχή τούτου δύναται να θεωρηθή η προτροπή εν αρχή μεν του Αποστόλου Παύλου προς Τίτ. γ' 10:
«αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος», βραδύτερον δε του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας προς Τραλλιανούς,
«μόνη τη χριστιανική τροφή χρήσθαι, αλλοτρίας δε βοτάνης απέχεσθαι, ήτις εστίν αίρεσις».
Ούτως εχαρακτήριζον εν συνεχεία οι Πατέρες τας έν τη, αρχαία Εκκλησία εμφανισθείσας αιρέσεις, ως βεβαιοί ο Μ. Βασίλειος, γράφων εν τη Α' κανονική επιστολή του, ότι «οι παλαιοί ωνόμασαν αιρέσεις τους παντελώς απερρηγμένους και κατ' αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους»,
οι δε Ιεροί Πατέρες της Β' Οικουμενικής Συνόδου δια του ΣΤ' κανόνος αυτής απεφήναντο:
«αιρετικούς λέγομεν τους τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους μετά ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας... ».
Μικρόν όμως κατά μικρόν επετεύχθη διαφορισμός και επεκράτησε να χαρακτηρίζωνται ως αιρετικοί μεν οι ενσυνειδήτως αποκλίνοντες από της υγιούς πίστεως και απορρίπτοντες εν ή πλείονα δόγματα της Εκκλησίας και εμμένοντες εις τας εαυτών πλάνας και μετά την νουθεσίαν και προτροπήν της Εκκλησίας προς απόπτυσιν αυτών... ".
(Καθ. Ιωάννης Καρμίρης) .
"Ως εκ τούτου, δεν είναι ορθοί οι χαρακτηρισμοί των Παναιρετικών ως δυνάμει αιρετικών πριν κριθούν από Ορθόδοξη Σύνοδο, και ως ενεργεία αιρετικών μετά την κρίση τους από τέτοια Ορθόδοξη Σύνοδο, εφόσον δεν μετανοήσουν για την Παναίρεσή τους.
Δηλ. οι Παναιρετικοί και ειδικότερα Αρχιερείς, μόλις διακηρύσσουν δημοσίως και
«γυμνή τη κεφαλή» (δηλ. ανερυθρίαστα) την Παναίρεσή τους, (βλέπε Ληστρική Σύνοδο Κρήτης), είναι αιρετικοί, έστω και αν ακόμη δεν έχουν καταδικαστεί από Ορθόδοξη Σύνοδο.
Επομένως, από τη δημόσια και «γυμνή τη κεφαλή» κήρυξη της αιρέσεως από τους κληρικούς
και μάλιστα Αρχιερείς, επέρχεται, πριν την καταδίκη τους από Ορθόδοξη Σύνοδο,
η εκκλησιολογική συνέπεια της μη επελεύσεως της Θείας Χάριτος στα μυστήριά
τους, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς (Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενισμός,
εκδ. Ορθόδοξη Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, ) και κατά τον μακαριστό
Καθηγητή της Ορθόδοξης Δογματικής π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος δίδαξε ότι
είναι αιρετική η θέση κατά την οποία για την επέλευση της Θείας Χάριτος αρκεί η
ύπαρξη μόνης της αποστολικής διαδοχής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι σε αυτήν
την περίπτωση δεν αρκεί η ύπαρξη μιας Ιεραρχίας και χειροτονιών, και στους μη
καταδικασθέντες από Σύνοδο αιρετικούς.
Αντιθέτως, η Ορθόδοξη θέση είναι ότι για την επέλευση της Θείας Χάριτος στα μυστήρια απαιτείται, εκτός της αποστολικής διαδοχής, η Παρακαταθήκη και Ομολογία της Ακριβούς Ορθόδοξης Πίστεως (Πατερική Θεολογία), ενώ οι μη ακόμη κριθέντες αιρετικοί, δια της δημόσιας και «γυμνή τη κεφαλή» κηρύξεως της αιρέσεώς τους ακόμη και πριν την
καταδίκη τους από Ορθόδοξη Σύνοδο, ευρίσκονται εκτός Εκκλησίας, επειδή εμπίπτουν στους αυτοδίκαιους αναθεματισμούς των Οικουμενικών Συνόδων, και
ως εκ τούτου τα μυστήριά τους δεν έχουν τη Θεία Χάρη".
( Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Κυριάκος Κυριαζόπουλος).
Το ασφαλές συμπέρασμα που βγαίνει από όλα αυτά, δηλαδή, σύμφωνα πάντοτε με την διδασκαλία των Θεολόγων Πατέρων που έκθεσαμε, είναι ότι το "δυνάμει" και "ενεργεία" για τους Αιρετικούς είναι ένας τελείως αδογμάτιστος και αθεολόγητος Όρος κάποιων σχισματοαιρετικών παρατάξεων (γ.ο.χ.).
Διότι "δυνάμει" σημαίνει μια μη πραγματοποιούμενη κατάσταση που δεν είναι "ενεργεία", γιατί δεν έχει γίνει πράξη, κάτι δηλαδή το οποίο μπορεί και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο μέλλον.
Πρόκειται δηλαδή για κάτι το θεωρητικό, το οποίο ακόμα δεν έχει βρει έμπρακτη εφαρμογή και όχι εν ενεργεία, δηλαδή στη πράξη.
Δηλαδή , σύμφωνα με τα προλεγόμενα , η πλανεμένη ερμηνεία των παλαιοημερολογιτών (γ.ο.χ.) του "δυνάμει" και "ενεργεία" και την εφαρμογή του στους Αιρετικούς δεν στέκει και δεν ερμηνεύεται ούτε με την λογική, διότι είναι σαν να υποστηρίζει κάποιος για παράδειγμα· ότι ένας αποδεδειγμένα κατά εξακολούθηση φονιάς, που αυτό θα πει ότι υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες που τον είδαν, έχουν βρεθεί δακτυλικά του αποτυπώματα, τον έχουν καταγράψει κάμερες την ώρα των φονικών, παρά ταύτα, εφόσον όμως αυτός διαφεύγει της συλλήψεως είναι "δυνάμει" φονιάς, που αυτό σημαίνει ότι τηρεί μεν τις προϋποθέσεις έχοντας την δυνατότητα να είναι φονιάς, δεν είναι δε, διότι δεν έχει καταδικαστεί επίσημα απο κάποιο Δικαστήριο ανεξαρτητα εαν συνεχιζει τα φονικα!
Ενώ όταν και αν συλληφθεί και καταδικαστεί επίσημα απο κάποιο Δικαστήριο τότε θα είναι και "ενεργεία" φονιάς, δηλαδή κανονικός φονιάς!
Η απλή λογική βέβαια λέει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή, φονιάς είναι κάποιος και όταν κάνει τα φονικά και διαφεύγει τις συλλήψεως, φονιάς είναι και όταν συλληφθεί και φυσικά φονιάς είναι και όταν επίσημα δικαστεί και καταδικαστεί.
του μοναχου Μακαριου Κουτλουμουσιανου
Στο Ιερό Πηδάλιο ο Άγιος Νικόδημος αναφέρει:
"α. Ότι οι κανόνες διαφέρουσιν από τους όρους...
διότι οι μεν κανόνες των συνόδων κυρίως περιέχουσιν, όχι τα δόγματα της πίστεως, (ειμή σπανιάκις), αλλά την της εκκλησίας ευταξίαν, και κατάστασιν.
Οι δε όροι των συνόδων κυρίως περιέχουσι μόνα τα της πίστεως δόγματα . (σελίδα ιη').
Κατόπιν ο Άγιος γράφει:
"Πρέπει να ηξεύρωμεν, ότι τα επιτίμια όπου διορίζουν οι Κανόνες, ήγουν το, καθαιρήσθω, το, αφοριζέσθω, και το ανάθεμα έστω.
Αυτά, κατά την γραμματική τέχνην, είναι γ'· προσώπου προστατικτού, μη παρόντος.
Εις το οποίον δια να μεταδοθή η προσταγή αυτή, εξ ανάγκης χρειάζεται να είναι β' παρόν.
Το εξηγώ καλλιώτερα.
Οι Κανόνες προστάζουσι την σύνοδον των ζώντων Επισκόπων, να καθαιρούν τους ιερείς ή να αφορίζουν, ή να αναθεματίζουν τους λαϊκούς, όπου παραβαίνουν τους κανόνας.
Όμως αν η σύνοδος δεν ενεργήση εμπράκτως την καθαίρεσιν των ιερέων, ή τον αφορισμόν, ή αναθεματισμόν των λαϊκών, οι ιερείς αυτοί και οι λαϊκοί ούτε καθηρημένοι είναι ενεργεία, ούτε αφορισμένοι ή αναθεματισμένοι.
Υπόδικοι όμως, εδώ μεν εις την καθαίρεσιν και αφορισμόν ή αναθεματισμόν, εκεί δε εις την θείαν δίκην...
Όθεν σφάλουσι μεγάλως εκείνοι οι ανόητοι όπου λέγουσιν, ότι εις τους παρόντας καιρούς όλοι οι παρά κανόνας χειροτονηθέντες ιερωμένοι, είναι ενέργεια καθηρημένοι...
Αυτοί οι ίδιοι Θείοι Απόστολοι φανερά εξηγούσι τον εαυτόν τους με τον μς'· Κανόνα τους, επειδή δεν λέγουσι πως ήδη ευθύς ενεργεία ευρίσκεται καθηρημένος, όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος δεχθή το των αιρετικών βάπτισμα, αλλά καθαιρείσθαι προστάζομεν, ήγουν να παραταθή εις κρίσιν, και αν αποδειχθή πως τούτο έκαμε, τότε ας γυμνωθή με την ειδικήν σας απόφασην από την ιερωσύνη, τούτο προστάσσομεν". (σελ.5)
Στα προλεγόμενα της εν Γάγγρα Συνόδου, ο Άγιος για τα αναθέματα των Συνόδων λέγει:
"... καθώς και όλοι οι άλλοι Πατέρες των λοιπών Συνόδων και μάλιστα των Οικουμενικών, αναθεμάτισαν εις τα πράξεις αυτών τους αιρετικούς...
Ο ίδιος ο Χρυσόστομος λέγει, ότι πρέπει να αναθεματίζωμεν τα αιρετικά δόγματα και να τα ελέγχωμεν...",
«...και αναθεματισθήναι πάσαν αίρεσιν» (Β' Οικουμενική Σύνοδος Κανών Α').
"Η αλήθεια όμως είναι αυτή, ότι η παρούσα Σύνοδος με υπερβολήν εμεταχειρίσθη του αναθέματος, όχι μόνο εναντίον εις τα αιρετικά και σχισματικά φρονήματα του Ευσταθίου, αλλά και εναντίον εις εκείνα τα άτοπα όπου με μόνον αφορισμό των λαϊκών και καθαίρεση των ιερωμένων, θεραπεύονται από άλλους Κανόνας.
Τον γαρ νηστεύοντα εν Κυριακή και τον κατ' ιδίαν εκκλησιάζοντα, οι μεν Αποστολικοί Κανόνες καθαιρούσιν ιερωμένων όντα, αφορίζουσι δε λαϊκόν όντα, η δε παρούσα Σύνοδος αναθεματίζει...
Οι δε λοιποί Κανόνες, μόνο ένδεκα φορές... λέγει το ανάθεμα ".
Από αυτό συνεπάγεται ότι, υπάρχουν Αναθέματα από Αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων για Αιρέσεις και Αιρετικούς που αθετούν και παραβαίνουν Δογματικούς Όρους:
«Αιρετικούς δε λέγομεν τούς τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους με τα ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας...»
(Β' Οικουμενική Σύνοδος Κανών ΣΤ').
Υπάρχουν όμως σπανίως και κάποια Αναθέματα για όσους "Χριστιανούς" αθετούν και παραβαίνουν Ιερούς Κανόνες.
Στα προλεγόμενα της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, ο Άγιος αναφέρει για τα χαρακτηριστικά των Συνόδων τα εξής:
"Τέσσαρα τινά χαρακτηριστικά ιδιώματα των Οικουμενικών συνόδων ευρίσκω σποράδην εις πολλούς ευρισκόμενα, και μάλιστα παρά Δοσιθέω...
Δεύτερον· το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός...
Τρίτον· το να είναι πάντα τα εκτιθεμένα παρ' αυτών Δόγματα και οι Κανόνες Ορθόδοξα ευσεβή και σύμφωνα ταις Θείαις Γραφαίς, ή ταις προλάβουσαις Οικουμενικαίς συνόδοις.
Διό και πολυθρύλλητον είναι το αξίωμα του αγίου Μαξίμου το εις τοιαύτην υπόθεσιν ρηθέν.
« Τας γενομένας συνόδους, η ευσεβής πίστις κυροί και πάλιν, η των δογμάτων ορθότης κρίνει τας συνόδους»... ".
Ο μεν Α' Κανών της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου επικυρώνει όλους τους Όρους - Δόγματα και Αποφάσεις των προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων:
"Καὶ συνελόντι φάναι, πάντων τῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ διαπρεψάντων ἀνδρῶν, οἳ γεγόνασι φωστῆρες ἐν κόσμῳ, λόγον ζωῆς ἐπέχοντες, τὴν πίστιν κρατεῖν βεβαίαν, καὶ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος ἀσάλευτον διαμένειν θεσπίζομεν, καὶ τὰ αὐτῶν θεοπαράδοτα συγγράμματά τε καὶ δόγματα, πάντας ἀποβαλλόμενοί τε, καὶ ἀναθεματίζοντες, οὓς ἀπέβαλον, καὶ ἀνεθεμάτισαν, ὡς τῆς ἀληθείας ἐχθρούς, καὶ κατὰ Θεοῦ φρυαξαμένους κενά, καὶ ἀδικίαν εἰς ὕψος ἐκμελετήσαντας.
Εἰ δέ τις τῶν ἁπάντων μὴ τὰ προειρημένα τῆς εὐσεβείας δόγματα κρατοῖ καὶ ἀσπάζοιτο, καὶ οὕτω δοξάζοι τε, καὶ κηρύττοι, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ἰέναι τούτων ἐπιχειροῖ, ἔστω ἀνάθεμα, κατὰ τὸν ἤδη ἐκτεθέντα ὅρον ὑπὸ τῶν προδηλωθέντων ἁγίων καὶ μακαρίων Πατέρων, καὶ τοῦ χριστιανικοῦ καταλόγου, ὡς ἀλλότριος, ἐξωθείσθω καὶ ἐκπιπτέτω.
Ἡμεῖς γὰρ οὔτε προστιθέναι τι, οὔτε μὴν ἀφαιρεῖν, κατὰ τα προορισθέντα, παντελῶς διεγνώκαμεν, ἢ καθ’ ὁντιναοῦν δεδυνήμεθα λόγον.
Ο δε Β' Κανών της ίδιας Συνόδου επικυρώνει όλους τους Ιερούς Κανόνες:
"καὶ μηδενὶ ἐξεῖναι τοὺς προδηλωθέντας παραχαράττειν κανόνας, ἢ ἀθετεῖν, ἢ ἑτέρους παρὰ τοὺς προκειμένους παραδέχεσθαι κανόνας, ψευδεπιγράφως ὑπό τινών συντεθέντας, τῶν τὴν ἀλήθειαν καπηλεύειν ἐπιχειρησάντων.
Εἰ δέ τις ἁλῶ κανόνα τινὰ τῶν εἰρημένων καινοτομῶν, ἢ ἀνατρέπειν ἐπιχειρῶν, ὑπεύθυνος ἔσται κατὰ τὸν τοιοῦτον κανόνα, ὡς αὐτὸς διαγορεύει, τὴν ἐπιτιμίαν δεχόμενος, καὶ δι' αὐτοῦ, ἐν ᾧπερ πταίει θεραπευόμενος".
Στόν υπό Αγίου Νικοδήμου ερμηνεία του Α' Κανόνα του Μέγα Βασιλείου περί αιρετικών και σχισματικών αναγράφεται :
"Αιρετικοί δε ονομάζονται εκείνοι τών οποίων η διαφορά παρευθυς και αμέσως είναι περί της εις Θεόν πίστεως, ήτοι οι κατά την πίστιν και τα δόγματα χωρισμένοι από τους ορθοδόξους και παντελώς απομακρυσμενοι".
Δηλαδή, άλλο είναι να διδάσκει κάποιος αιρετικές διδασκαλίες και να μένει αμετανόητος εις αυτές.
"Καθ' όσον το πλανάσθαι ανθρώπινον, το εμμένειν όμως εις την πλάνην και μη απορρίπτειν ταύτην μετά γενομένην υπόδειξιν, εφάμαρτον και δαιμονικόν, ως εμφαίνον υπεροψίαν και ύβριν κατά του Αγίου Πνεύματος".
( Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας).
Και άλλο είναι να παραβεί κάποιον Ιερό Κανόνα.
"Αυτοί οι ίδιοι Θείοι Απόστολοι φανερά εξηγούσι τον εαυτόν τους με τον μς'· Κανόνα τους, επειδή δεν λέγουσι πως ήδη ευθύς ενεργεία ευρίσκεται καθηρημένος, όποιος Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος δεχθή το των αιρετικών βάπτισμα, αλλά καθαιρείσθαι προστάζομεν, ήγουν να παραταθή εις κρίσιν, και αν αποδειχθή πως τούτο έκαμε, τότε ας γυμνωθή με την ειδικήν σας απόφασην από την ιερωσύνη, τούτο προστάσσομεν".
Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω,
διαφορετικά είναι τα Εκκλησιαστικά επιτίμια των Οικουμενικών Συνόδων, για συνειδητή παρέκκλιση και αθέτηση Δογματικών Όρων και Αποφάσεων.
"Θέλοντος Θεού, ίση ομολογία η εκκλησιαστική πίστις", (β' Κανών της Καρθαγένης Συνόδου)
Και διαφορετικά είναι τα Εκκλησιαστικά επιτίμια των Οικουμενικών Συνόδων για παραβάσεις Ιερών Κανόνων.
"Έπειτα η εκκλησιαστική τάξις, μετά συναινέσεως εκάστου", (β' Κανών της Καρθαγένης Συνόδου, Μητ. Ναυπάκτου Ιερ.).
Αυτό σημαίνει ότι όταν κάποιος παραβαίνει Ιερούς Κανόνες, υπόκειται στα επιτίμια του Κανόνα που παρέβη και γίνεται "υπόδικος -δυνάμει" καθηρημένος, αφορισμένος, αναθεματισμένος προ Συνοδικής διαγνώμης, και "ενεργεία" καθηρημένος, αφορισμένος, αναθεματισμένος μετά Συνοδικής διαγνώμης .
Διότι το "υπόδικος-δυνάμει" και "ενεργεία" του Αγίου Νικοδήμου λέχθηκε, όπως κι ο ίδιος Άγιος τονίζει, για τα κανονικά επιτίμια παραβάσεις Ιερών Κανόνων, (Εκκλησιαστική τάξη) και όχι για παρέκκλιση και αθέτηση Δογματικών Όρων και Αποφάσεων, (Εκκλησιαστική Πίστη ),όπως λανθασμένα πιστεύουν και διδάσκουν κάποιες σχισματοαιρετικές παρατάξεις (γ.ο.χ.) .
Ενώ όταν κάποιος συνειδητά παρεκκλίνει και αθετεί δογματικούς όρους και αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων τότε γίνεται Αιρετικός- αναθεματισμένος, διότι,
« εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος» (Απ. Παύλου)
και υπόκειται στα επιτίμια για Αιρετικούς των, «αείζωος και ανέκλειπτως»(Αγ. Νικόδημος)
και των, « αεί υφίστασθαι και ες αεί έχειν κύρος... άτινα διαμένουσιν εις τον αιώνα» (Αγ. Νεκταρίου)
Οικουμενικών Συνόδων όπου είναι ο μεγάλος αφορισμός δηλ. το ανάθεμα.
"Ημείς τή αρχαία θεσμοθεσία τής Καθολικής Εκκλησίας επακολουθούμεν· ημείς τούς προστιθέντας τι ή αφαιρούντας εκ τής Καθολικής Εκκλησίας αναθεματίζομεν .
Όλοις τοίς αιρετικοίς, ανάθεμα.
Ει τίς παράδοσιν εκκλησιαστικήν έγγραφων ή άγραφων αθετεί, ανάθεμα έστω".
(Απόσπασμα εκ των Πρακτικῶν της ζ' και η' συνεδρίας και «Συνοδικού της Ορθοδοξίας» , Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, Π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Οι Θεοφόροι Πατέρες της Ε' Οικουμενικής Συνόδου ορίζουν:
"Ταύτης τοίνυν της ορθής ομολογίας εν τη αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία φυλαττομένης τε και κηρυττομένης, ει τις εαυτόν της εν αυτή πίστεως ταναντία ταύτη φρονών χωρίσει ο τοιούτος, εαυτόν αλλοτριών της ορθής πίστεως και τοις αιρετικοίς συναριθμών, δικαίως υπό της αγίας του Θεού Εκκλησίας κατακρίνεται και αναθεματίζεται".
(Ομολογία Ε' Οκουμενικής Συνόδου ).
" Εί τις μητροπολίτης της επαρχίας, αποστάτησας της αγίας και οικουμενικής Συνόδου..." και κάθε οικουμενικής Συνόδου,
"τα Καιλεστίου εφρόνησεν ή φρονήσει" τα αιρετικά δόγματα της Ληστρικης Συνοδου της Κρητης εφρονησε ή φρονήσει "ουτος κατά των της επαρχίας επισκόπων διαπράττεσθαι τι ουδαμώς δύναται, πάσης εκκλησιαστικής κοινωνίας εντεύθεν ήδη υπό της Συνόδου" και από κάθε Συνόδου, "αποεκβεβλημένος και ανενέργητος υπάρχων..."
(Γ' Οικουμενική Σύνοδος Α' Κανών , Πρώτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου).
Οι Οικουμενικές Συνοδικές Αποφάσεις "ως «οικεία δυνάμει εις το διηνεκές» μενούσας, δηλ. μη εξαρτωμένας απο την αναγνώρισιν του πάπα ή άλλου ιεράρχου ή της οιασδήποτε Συνόδου",
( Μητρ. Νικουπόλεως Μελετίου "Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος"), δεσμεύουν και υποχρεώνουν ανεξαιρέτως όλους τους Χριστιανούς κλήρο και λαό να περιφρουρούν και να διατηρούν την Ορθόδοξη Πίστη απαράλλαχτη και ανόθευτη .
Γι' αυτό οι Θεούμενοι Οικουμενικοί Πατέρες οριστικώς δογματίζουν:
"Οι Προφήται ώς είδον, οι Απόστολοι ώς εδίδαξαν, η Εκκλησία ώς παρέλαβεν, οι Διδάσκαλοι ώς εδογμάτισαν,η οικουμένη ώς συμπεφρόνηκεν, η Χάρις ώς έλαμψαν ,
η αλήθεια ώς αποδέδεικται, το ψεύδος ώς απελήλαται, η σοφία ώς επαρρησιάσατο, ο Χριστός ως εβράβευσεν, ούτω φρονούμεν, ούτω λαλούμεν, ούτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν αληθινόν Θεόν ημών...
Αυτή η Πίστις των Αποστόλων, αυτή η Πίστις των Πατέρων, αυτή η Πίστις των Ορθοδόξων , αυτή η Πίστις την οικουμένην εστήριξεν".
(Απόσπασμα εκ των Πρακτικῶν της ζ' και η' συνεδρίας και «Συνοδικού της Ορθοδοξίας» , Ζ' Οικουμενική Σύνοδος, Π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι:
"Κατά ταύτα αίρεσις είναι πάσα πεπλανημένη διδασκαλία, παρεκκλίνουσα από της γνησίας χριστιανικής πίστεως, άμα δε και πάσα ιδιαιτέρα χριστιανική κοινότης, διαφωνούσα προς την δογματικήν διδασκαλίαν της αληθούς Εκκλησίας και αποκοπείσα από της κοινωνίας και ενότητας, μετ' αυτής.
Ως απαρχή τούτου δύναται να θεωρηθή η προτροπή εν αρχή μεν του Αποστόλου Παύλου προς Τίτ. γ' 10:
«αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος», βραδύτερον δε του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας προς Τραλλιανούς,
«μόνη τη χριστιανική τροφή χρήσθαι, αλλοτρίας δε βοτάνης απέχεσθαι, ήτις εστίν αίρεσις».
Ούτως εχαρακτήριζον εν συνεχεία οι Πατέρες τας έν τη, αρχαία Εκκλησία εμφανισθείσας αιρέσεις, ως βεβαιοί ο Μ. Βασίλειος, γράφων εν τη Α' κανονική επιστολή του, ότι «οι παλαιοί ωνόμασαν αιρέσεις τους παντελώς απερρηγμένους και κατ' αυτήν την πίστιν απηλλοτριωμένους»,
οι δε Ιεροί Πατέρες της Β' Οικουμενικής Συνόδου δια του ΣΤ' κανόνος αυτής απεφήναντο:
«αιρετικούς λέγομεν τους τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους μετά ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας... ».
Μικρόν όμως κατά μικρόν επετεύχθη διαφορισμός και επεκράτησε να χαρακτηρίζωνται ως αιρετικοί μεν οι ενσυνειδήτως αποκλίνοντες από της υγιούς πίστεως και απορρίπτοντες εν ή πλείονα δόγματα της Εκκλησίας και εμμένοντες εις τας εαυτών πλάνας και μετά την νουθεσίαν και προτροπήν της Εκκλησίας προς απόπτυσιν αυτών... ".
(Καθ. Ιωάννης Καρμίρης) .
"Ως εκ τούτου, δεν είναι ορθοί οι χαρακτηρισμοί των Παναιρετικών ως δυνάμει αιρετικών πριν κριθούν από Ορθόδοξη Σύνοδο, και ως ενεργεία αιρετικών μετά την κρίση τους από τέτοια Ορθόδοξη Σύνοδο, εφόσον δεν μετανοήσουν για την Παναίρεσή τους.
Δηλ. οι Παναιρετικοί και ειδικότερα Αρχιερείς, μόλις διακηρύσσουν δημοσίως και
«γυμνή τη κεφαλή» (δηλ. ανερυθρίαστα) την Παναίρεσή τους, (βλέπε Ληστρική Σύνοδο Κρήτης), είναι αιρετικοί, έστω και αν ακόμη δεν έχουν καταδικαστεί από Ορθόδοξη Σύνοδο.
Επομένως, από τη δημόσια και «γυμνή τη κεφαλή» κήρυξη της αιρέσεως από τους κληρικούς
και μάλιστα Αρχιερείς, επέρχεται, πριν την καταδίκη τους από Ορθόδοξη Σύνοδο,
η εκκλησιολογική συνέπεια της μη επελεύσεως της Θείας Χάριτος στα μυστήριά
τους, κατά τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς (Ορθόδοξη Εκκλησία και Οικουμενισμός,
εκδ. Ορθόδοξη Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1974, ) και κατά τον μακαριστό
Καθηγητή της Ορθόδοξης Δογματικής π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος δίδαξε ότι
είναι αιρετική η θέση κατά την οποία για την επέλευση της Θείας Χάριτος αρκεί η
ύπαρξη μόνης της αποστολικής διαδοχής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι σε αυτήν
την περίπτωση δεν αρκεί η ύπαρξη μιας Ιεραρχίας και χειροτονιών, και στους μη
καταδικασθέντες από Σύνοδο αιρετικούς.
Αντιθέτως, η Ορθόδοξη θέση είναι ότι για την επέλευση της Θείας Χάριτος στα μυστήρια απαιτείται, εκτός της αποστολικής διαδοχής, η Παρακαταθήκη και Ομολογία της Ακριβούς Ορθόδοξης Πίστεως (Πατερική Θεολογία), ενώ οι μη ακόμη κριθέντες αιρετικοί, δια της δημόσιας και «γυμνή τη κεφαλή» κηρύξεως της αιρέσεώς τους ακόμη και πριν την
καταδίκη τους από Ορθόδοξη Σύνοδο, ευρίσκονται εκτός Εκκλησίας, επειδή εμπίπτουν στους αυτοδίκαιους αναθεματισμούς των Οικουμενικών Συνόδων, και
ως εκ τούτου τα μυστήριά τους δεν έχουν τη Θεία Χάρη".
( Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου Κυριάκος Κυριαζόπουλος).
Το ασφαλές συμπέρασμα που βγαίνει από όλα αυτά, δηλαδή, σύμφωνα πάντοτε με την διδασκαλία των Θεολόγων Πατέρων που έκθεσαμε, είναι ότι το "δυνάμει" και "ενεργεία" για τους Αιρετικούς είναι ένας τελείως αδογμάτιστος και αθεολόγητος Όρος κάποιων σχισματοαιρετικών παρατάξεων (γ.ο.χ.).
Διότι "δυνάμει" σημαίνει μια μη πραγματοποιούμενη κατάσταση που δεν είναι "ενεργεία", γιατί δεν έχει γίνει πράξη, κάτι δηλαδή το οποίο μπορεί και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο μέλλον.
Πρόκειται δηλαδή για κάτι το θεωρητικό, το οποίο ακόμα δεν έχει βρει έμπρακτη εφαρμογή και όχι εν ενεργεία, δηλαδή στη πράξη.
Δηλαδή , σύμφωνα με τα προλεγόμενα , η πλανεμένη ερμηνεία των παλαιοημερολογιτών (γ.ο.χ.) του "δυνάμει" και "ενεργεία" και την εφαρμογή του στους Αιρετικούς δεν στέκει και δεν ερμηνεύεται ούτε με την λογική, διότι είναι σαν να υποστηρίζει κάποιος για παράδειγμα· ότι ένας αποδεδειγμένα κατά εξακολούθηση φονιάς, που αυτό θα πει ότι υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες που τον είδαν, έχουν βρεθεί δακτυλικά του αποτυπώματα, τον έχουν καταγράψει κάμερες την ώρα των φονικών, παρά ταύτα, εφόσον όμως αυτός διαφεύγει της συλλήψεως είναι "δυνάμει" φονιάς, που αυτό σημαίνει ότι τηρεί μεν τις προϋποθέσεις έχοντας την δυνατότητα να είναι φονιάς, δεν είναι δε, διότι δεν έχει καταδικαστεί επίσημα απο κάποιο Δικαστήριο ανεξαρτητα εαν συνεχιζει τα φονικα!
Ενώ όταν και αν συλληφθεί και καταδικαστεί επίσημα απο κάποιο Δικαστήριο τότε θα είναι και "ενεργεία" φονιάς, δηλαδή κανονικός φονιάς!
Η απλή λογική βέβαια λέει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή, φονιάς είναι κάποιος και όταν κάνει τα φονικά και διαφεύγει τις συλλήψεως, φονιάς είναι και όταν συλληφθεί και φυσικά φονιάς είναι και όταν επίσημα δικαστεί και καταδικαστεί.
Υπάρχει μια πλανεμένη διδασκαλία που προέρχεται από κάποιες παλαιημερολογήτικες παρατάξεις (γ.ο.χ.), την οποία δυστυχώς την ασπάστηκαν και την κηρήττουν ορισμένοι Πατέρες και λαϊκοί με αποτέλεσμα να υφίστανται μια πνευματική σύγχυση διότι εκλαμβάνουν εσφαλμένα και παρερμηνεύουν τις αποφάσεις των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων περί αποδοχής κατ' οικονομία των μυστηρίων των αιρετικών, χωρίς ορισμένες φορές να τα επαναλάβουν όταν αυτοί επιστρέφουν εν μετανοία στην Καθολική Εκκλησία.
Το γεγονός αυτό σημαίνει για τους εν λόγω Πατέρες και λαϊκούς, ότι η αιτία που η Εκκλησία σε ορισμένες περιπτώσεις δια των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, δεχόταν τα συγκεκριμένα μυστήρια των μετανοούντων αιρετικών δίχως να τα επαναλάβει, ήταν διότι αυτοί οι αιρετικοί ήταν μέλη της Εκκλησίας και τελούσαν έγκυρα μυστήρια!
Και για να μπορέσουν φυσικά να τεκμηριώσουν θεολογικά τις εσφαλμένες τούτες απόψεις τους περί του σωτηριολογικού αυτού θέματος, φέρουν και εσφαλμένα επιχειρήματα όπως επί παραδείγματι την περίπτωση της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, στην οποία όμως, όπως καταγράφεται και στα πρακτικά της Συνόδου , "Οι ευλαβέστατοι μοναχοί είπον· καθώς εδέξαντο αι αγίαι και οικουμενικαί εξ συνόδοι τους εξ αιρέσεως επιστρέφοντας και εμείς δεχόμεθα..."
Δηλαδή δεχόμεθα κατά οικονομία τα μυστήρια των μετανοούντων αιρετικών Εικονομάχων.
"Είναι βασική διδασκαλία της αρχαίας ενωμένης Εκκλησίας, πράγμα που αποδέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι δεν υπάρχουν Μυστήρια εκτός της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και κοινωνία θεώσεως, μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος γεύεται του μυστηρίου της εν Χριστώ οικονομίας και όποιος απομακρύνεται από την Εκκλησία, είτε με την αίρεση είτε με το σχίσμα, δεν δέχεται την δωρεά της θείας οικονομίας.
Γενικά, συμπίπτουν τα κανονικά με τα χαρισματικά όρια στην Εκκλησία.
(Μητρ. Ιερόθεου Βλάχου.''Η Β’ Βατικανή Σύνοδος και η νέα θεολογία και η νέα εκκλησιολογία της'')
Για το θέμα αυτό και του λόγου το αληθές, μνημονεύονται στη συνέχεια οι Αποφάσεις της Ζ' (7ης)Οικουμενικής Συνόδου από την Α' Πράξη αυτής, καθώς και η ερμηνεία τους κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
" Οι επίσκοποι του Βυζαντινού Κράτους εδέχθησαν τας αποφάσεις της Συνόδου, (του 754 Εικονομαχικής), διότι πολλοί εξ αρχής ήσαν εικονομάχοι, πολλοί τοιούτοι ειχον εν τω μεταξύ διοριστεί , οι δε άλλοι ηναγκάσθησαν να υποκύψωσιν.
Αντίδρασις κατά της Εικονομαχίας εντός του Βυζαντινού Κράτους παρουσιάσθη κυρίως εκ μέρους των μοναχών, δια τούτο οι αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος έλαβε μέτρα κατά του μοναχικού βίου... "
(Εκκλ. Ιστορία Στεφανίδου, εκδ. β')
"Αλλεπαλλήλοι αναθεματισμοί πολλών Τοπικών Συνόδων των Ορθοδόξων πατριαρχείων (726-769) κατά των Εικονομάχων (το «ανάθεμα» αλλοτριώνει και αποτέμνει της Εκκλησίας), απέκοψαν τους Εικονομάχους από την Εκκλησία.
Καθώς έλεγε μάλιστα ο άγιος Ταράσιος κατά το 784, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες καθημερινά αναθεμάτιζαν τους Εικονομάχους.
Το ότι οι Εικονομάχοι προ του 787 ήταν εκτός Εκκλησίας, καθίσταται φανερό και από την αίτησι τους κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο να ενωθούν «τη καθολική Εκκλησία», καθώς και από τους λόγους των Πατέρων π.χ. περί αποδοχής «των νυνί προσελθόντων τη καθολική Εκκλησία»".
(Αρχ. Βασιλείου Παπαδάκη "Το σχίσμα του ζηλωτικού παλαιημερολογιτισμού").
"Τούτον ουτό πραχθέντων, παρήχθη Βασίλειος οι οσιώτατος επίσκοπος Αγκύρας, και Θεόδωρος οι Μύρων, και Θεοδόσιος ο του Αμμορίου και στάντων αυτών εν τω μέσω της αγίας συνόδου, Βασίλειος επίσκοπος Άγκυρας είπεν· Όσο είν εις δύναμιν μου, δέσποται, εξήτασα την υπόθεσιν, κ' πάσαν πληροφορία δεξάμενος , προσήλθον τη καθολική Εκκλησία εγώ ο έσχατος υμών δούλος...
Αλλά γε και των αγίων και οικουμενικών εξ συνόδων ωστε τους απο αιρέσεως οιασδήποτουν επιστρέφοντας προς την ορθόδοξο ομολογία και παράδοσιν της καθολικής εκκλησίας, εγγράφως την οικείαν εξαρνείσθαι αίρεσιν, και τη ορθόδοξον ομολογείν πίστιν.
Όθεν και εγώ Βασίλειος επίσκοπος Αγκύρας της πόλεως, προαιρούμενος ενωθείναι τη Καθολική Εκκλησία..."
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
« Ἐδῶ βλέπομε στήν ἀρχή τοῦ λιβέλλου, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ζητᾶ ἑνωθῆναι τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ.
Δηλαδή ὁμολογεῖ ἐνώπιον τῶν Πατέρων ὅτι, ὅσο καιρό εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς εἰκονομάχους, θά λέγαμε σήμερα μέ τήν κρατοῦσα Ἐκκλησία, εὑρίσκετο ἐκτός Ἐκκλησίας»
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος...)
"Δέον γαρ είν μή υστερηκέναι με προς την της ορθοδοξίας ομολογίαν...
Όθεν και μάλλον αιτώ την μακαριώτητα υμών εξετήσαι κ' παρά Θεού συγχώρεσιν μοι παραχεθήναι...
Και αναθεματιζων εξ όλης ψυχής και διανοίας την εξ απροσεξίας και απονοιας συναθροισθείσαν και ονομασθείσαν εβδόμη σύνοδον, παρά δε των ορθώς φρονούντων ψευδοσύνοδον ενθέσμως και κανονικώς καλουμένων, ως πάσης αληθείας και ευσεβείας αλλότριαν...
Εαν δε, όσπερ απέσω, εκ διαβολικής προσβολής εν οιωδήποτε χρόνο εκουσίως ή ακουσίως διαστραφώ εκ των υπ' εμου τούτων προωμολογημένων, ανάθεμα έσομαι από του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, και της καθολικής εκκλησίας αλλότριος..."
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
«Ἐδῶ βλέπομε τόν Ἐπίσκοπο νά ἀναθεματίζει - πρώτα την Ληστρική Εικονομαχική Σύνοδο - ὁ ἴδιος τόν ἑαυτόν του, ἄν στό μέλλον καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἀρνηθῆ τήν Ὀρθοδοξία...»
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος...")
"Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης είπε·
πάσα η ιερατική ομήγυρις αυτή τω Θεώ δόξαν και ευχαριστίαν αναπέμπει επί ταύτη σου τη ομολογία, ήν προσήγαγες τη καθολική εκκλησία...
Η αγία σύνοδος είπε· δόξα τω Θεώ τω ενώσαντι τα διεστώτα...
Προήχθη Θεόδωρος ο ευλαβέστατος επίσκοπος Μύρων της Λυκίας και είπε· καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος πολλά ψηλαφήσας και ερευνήσας, κ' της υμετέρας αγιωσύνης, ίνα μετά πάντων καγώ ο αμαρτωλός ενωθώ τη αγία καθολική εκκλησία.
Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης είπε φίλον τον δεσπότη Χριστώ κ' φιλάνθρωπον το προσδέχεσθαι τους μετανοούντας...
Ευθήμιος οι όσιότατος επίσκοπος Σάρδης ειπεν·
ευλογητός ο Θεός ο ενώσας αυτόν τη καθολική εκκλησία...''
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
«Δηλαδή διά τῆς αἱρέσεως ὁ Ἐπίσκοπος εἶχε
ἐξέλθει τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν ἦτο ἑνωμένος μέ Συνόδους καί Πατριάρχες καί μέ τήν μετάνοια καί ἐπιστολή στήν ὀρθόδοξο πίστι ἑνώθηκε καί εἰσῆλθε στήν Ἐκκλησία».
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου
Κανόνος...")
"Και προσήχθη Θεοδόσιος ο επίσκοπος του Αμμορίου και είπε.
Καγώ ο αμαρτωλός και ελεεινός και πεπλανημένος, ο πολλά κακά λαλήσας...
Και δέομαι, και παρακαλώ την αγίαν υμών σύνοδον, ίνα μετά πάντων των Χριστιανών δέξησθε καμε τον ανάξιον υμών δούλον.
Η αγία σύνοδος ειπεν· άξιος εστί κατά τους ιερούς κανόνας...
Οι ευλαβέστατοι μοναχοί είπον· καθώς εδέξαντο αι αγίαι και οικουμενικαί εξ συνόδοι τους εξ αιρέσεως επιστρέφοντας και εμείς δεχόμεθα..."
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
Το αυτό σημαίνει ότι οι Άγιοι Πατέρες της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, τους Επισκόπους αυτούς τους αντιμετώπιζαν και τους θεωρούσαν ως Αιρετικούς εκτός Εκκλησίας.
"Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης ειπεν· αρτίως ουν και εμείς κατά τον καιρόν τούτο την αναφυείσαν αίρεσιν πως οφείλομεν δέξασθαι;
Ιωάννης ο θεοφιλέστατος τοποτηρητής αποστολικού θρόνου της ανατολής ειπεν.
Η αίρεσις χωρίζει απο της εκκλησίας πάντα άνθρωπον.
Η Αγία Σύνοδος είπε· τούτο εύδηλον εστίν".
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
«Δηλαδή ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αἵρεσις, αὐτός πού τήν ἀποδέχεται καί ὑπάγεται εἰς αὐτήν, χωρίζεται ἀμέσως ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Αὐτό ὁμολόγησε ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος...»
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος...")
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Ιερό Πηδάλιο, επεξηγώντας την απόφαση αυτή της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρει,
" Και η Οικουμενική δε ζ'., σύνοδος, ει και εδέχθη τας χειροτονίας των αιρετικών Εικονομάχων (ουχί όμως των πρωταρχών της αιρέσεως, και των εμπαθώς εγκειμένων και μη γνησίως και αληθώς μετανοούντων, ως είπεν ο θείος Ταράσιος· αλλά των ακολουθησάντων τοίς πρωταρχαις, και αληθώς και γνησίως μετανοούντων...) και τους παρ' αυτών χειροτονηθέντας, πάλιν δεν ανεχειροτόνησεν ορθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται εν τη α. πράξει αυτής, αλλά τουτο οικονομικώς εποίησε δια το πολύ πλήθος όπου τότε επεπόλαζε των εικονομάχων.
Καθώς και η Οικουμενική β'. τινών αιρετικών δι' οικονομία εδέχθη το βάπτισμα , ως προείπομεν. Όθεν ως μη όρον την τοιαύτην καιρικήν και περιστατικήν οικονομίαν ποιησάμενη, ουκ εναντιούται ειςτον παρόντα Αποστολικό Κανόνα".
(Σελ. 91).
"Σημείωσε όμως ότι οι εικονομάχοι ούτοι και πάντες οι άλλοι αιρετικοί, των οποίων τα χειροτονίας εδέχθη ποτέ η Εκκλησία, κατ' οικονομίαν και συγκατάβασιν και όχι κατά ακρίβειαν, ούτοι , λέγω, ήσαν ορθώς και κατά τον τύπον της Ορθοδόξου Εκκλησίας βεβαπτισμένοι.
Δι' ό και η Εκκλησία, καθώς εδέχθη το βάπτισμα αυτών, ούτως ακολούθως εδέχθη και τας αυτών χειροτονίας..."
(Σελ. 582).
"Οι Πατέρες της Εκκλησίας δέχονταν μια οικονομία και ασκούσαν μια επιείκεια για τους σχισματικούς και αιρετικούς που μετανοούσαν, αλλ' ουδέποτε χώρισαν την μυστηριακή θεολογία από την εκκλησιολογία.
Δεν αναγνώριζαν το Μυστήριο του Βαπτίσματος που γινόταν έξω από την Εκκλησία, αλλά ρύθμιζαν με οικονομία τον τρόπο εισδοχής των αιρετικών και σχισματικών στην Εκκλησία.
Στα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου διασώζεται η πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας να δέχονται ορισμένες ομάδες αιρετικών στην Εκκλησία με τον σκοπό την συνένωσή τους, την ενότητα και την κοινωνία τους με την Εκκλησία, και όχι με την προοπτική της αναγνωρίσεως κάποιων «αντικειμενικών» Μυστηρίων στους αιρετικούς ".
(Μητρ. Ιερόθεου Βλάχου.''Η Β’ Βατικανή Σύνοδος και η νέα θεολογία και η νέα εκκλησιολογία της'')
Το γεγονός αυτό σημαίνει για τους εν λόγω Πατέρες και λαϊκούς, ότι η αιτία που η Εκκλησία σε ορισμένες περιπτώσεις δια των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, δεχόταν τα συγκεκριμένα μυστήρια των μετανοούντων αιρετικών δίχως να τα επαναλάβει, ήταν διότι αυτοί οι αιρετικοί ήταν μέλη της Εκκλησίας και τελούσαν έγκυρα μυστήρια!
Και για να μπορέσουν φυσικά να τεκμηριώσουν θεολογικά τις εσφαλμένες τούτες απόψεις τους περί του σωτηριολογικού αυτού θέματος, φέρουν και εσφαλμένα επιχειρήματα όπως επί παραδείγματι την περίπτωση της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, στην οποία όμως, όπως καταγράφεται και στα πρακτικά της Συνόδου , "Οι ευλαβέστατοι μοναχοί είπον· καθώς εδέξαντο αι αγίαι και οικουμενικαί εξ συνόδοι τους εξ αιρέσεως επιστρέφοντας και εμείς δεχόμεθα..."
Δηλαδή δεχόμεθα κατά οικονομία τα μυστήρια των μετανοούντων αιρετικών Εικονομάχων.
"Είναι βασική διδασκαλία της αρχαίας ενωμένης Εκκλησίας, πράγμα που αποδέχεται η Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι δεν υπάρχουν Μυστήρια εκτός της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού και κοινωνία θεώσεως, μέσα στην Εκκλησία ο άνθρωπος γεύεται του μυστηρίου της εν Χριστώ οικονομίας και όποιος απομακρύνεται από την Εκκλησία, είτε με την αίρεση είτε με το σχίσμα, δεν δέχεται την δωρεά της θείας οικονομίας.
Γενικά, συμπίπτουν τα κανονικά με τα χαρισματικά όρια στην Εκκλησία.
(Μητρ. Ιερόθεου Βλάχου.''Η Β’ Βατικανή Σύνοδος και η νέα θεολογία και η νέα εκκλησιολογία της'')
Για το θέμα αυτό και του λόγου το αληθές, μνημονεύονται στη συνέχεια οι Αποφάσεις της Ζ' (7ης)Οικουμενικής Συνόδου από την Α' Πράξη αυτής, καθώς και η ερμηνεία τους κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη.
" Οι επίσκοποι του Βυζαντινού Κράτους εδέχθησαν τας αποφάσεις της Συνόδου, (του 754 Εικονομαχικής), διότι πολλοί εξ αρχής ήσαν εικονομάχοι, πολλοί τοιούτοι ειχον εν τω μεταξύ διοριστεί , οι δε άλλοι ηναγκάσθησαν να υποκύψωσιν.
Αντίδρασις κατά της Εικονομαχίας εντός του Βυζαντινού Κράτους παρουσιάσθη κυρίως εκ μέρους των μοναχών, δια τούτο οι αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος έλαβε μέτρα κατά του μοναχικού βίου... "
(Εκκλ. Ιστορία Στεφανίδου, εκδ. β')
"Αλλεπαλλήλοι αναθεματισμοί πολλών Τοπικών Συνόδων των Ορθοδόξων πατριαρχείων (726-769) κατά των Εικονομάχων (το «ανάθεμα» αλλοτριώνει και αποτέμνει της Εκκλησίας), απέκοψαν τους Εικονομάχους από την Εκκλησία.
Καθώς έλεγε μάλιστα ο άγιος Ταράσιος κατά το 784, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες καθημερινά αναθεμάτιζαν τους Εικονομάχους.
Το ότι οι Εικονομάχοι προ του 787 ήταν εκτός Εκκλησίας, καθίσταται φανερό και από την αίτησι τους κατά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο να ενωθούν «τη καθολική Εκκλησία», καθώς και από τους λόγους των Πατέρων π.χ. περί αποδοχής «των νυνί προσελθόντων τη καθολική Εκκλησία»".
(Αρχ. Βασιλείου Παπαδάκη "Το σχίσμα του ζηλωτικού παλαιημερολογιτισμού").
"Τούτον ουτό πραχθέντων, παρήχθη Βασίλειος οι οσιώτατος επίσκοπος Αγκύρας, και Θεόδωρος οι Μύρων, και Θεοδόσιος ο του Αμμορίου και στάντων αυτών εν τω μέσω της αγίας συνόδου, Βασίλειος επίσκοπος Άγκυρας είπεν· Όσο είν εις δύναμιν μου, δέσποται, εξήτασα την υπόθεσιν, κ' πάσαν πληροφορία δεξάμενος , προσήλθον τη καθολική Εκκλησία εγώ ο έσχατος υμών δούλος...
Αλλά γε και των αγίων και οικουμενικών εξ συνόδων ωστε τους απο αιρέσεως οιασδήποτουν επιστρέφοντας προς την ορθόδοξο ομολογία και παράδοσιν της καθολικής εκκλησίας, εγγράφως την οικείαν εξαρνείσθαι αίρεσιν, και τη ορθόδοξον ομολογείν πίστιν.
Όθεν και εγώ Βασίλειος επίσκοπος Αγκύρας της πόλεως, προαιρούμενος ενωθείναι τη Καθολική Εκκλησία..."
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
« Ἐδῶ βλέπομε στήν ἀρχή τοῦ λιβέλλου, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος αὐτός ζητᾶ ἑνωθῆναι τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ.
Δηλαδή ὁμολογεῖ ἐνώπιον τῶν Πατέρων ὅτι, ὅσο καιρό εἶχε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τούς εἰκονομάχους, θά λέγαμε σήμερα μέ τήν κρατοῦσα Ἐκκλησία, εὑρίσκετο ἐκτός Ἐκκλησίας»
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος...)
"Δέον γαρ είν μή υστερηκέναι με προς την της ορθοδοξίας ομολογίαν...
Όθεν και μάλλον αιτώ την μακαριώτητα υμών εξετήσαι κ' παρά Θεού συγχώρεσιν μοι παραχεθήναι...
Και αναθεματιζων εξ όλης ψυχής και διανοίας την εξ απροσεξίας και απονοιας συναθροισθείσαν και ονομασθείσαν εβδόμη σύνοδον, παρά δε των ορθώς φρονούντων ψευδοσύνοδον ενθέσμως και κανονικώς καλουμένων, ως πάσης αληθείας και ευσεβείας αλλότριαν...
Εαν δε, όσπερ απέσω, εκ διαβολικής προσβολής εν οιωδήποτε χρόνο εκουσίως ή ακουσίως διαστραφώ εκ των υπ' εμου τούτων προωμολογημένων, ανάθεμα έσομαι από του πατρός και του υιού και του αγίου πνεύματος, και της καθολικής εκκλησίας αλλότριος..."
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
«Ἐδῶ βλέπομε τόν Ἐπίσκοπο νά ἀναθεματίζει - πρώτα την Ληστρική Εικονομαχική Σύνοδο - ὁ ἴδιος τόν ἑαυτόν του, ἄν στό μέλλον καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἀρνηθῆ τήν Ὀρθοδοξία...»
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος...")
"Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης είπε·
πάσα η ιερατική ομήγυρις αυτή τω Θεώ δόξαν και ευχαριστίαν αναπέμπει επί ταύτη σου τη ομολογία, ήν προσήγαγες τη καθολική εκκλησία...
Η αγία σύνοδος είπε· δόξα τω Θεώ τω ενώσαντι τα διεστώτα...
Προήχθη Θεόδωρος ο ευλαβέστατος επίσκοπος Μύρων της Λυκίας και είπε· καγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος πολλά ψηλαφήσας και ερευνήσας, κ' της υμετέρας αγιωσύνης, ίνα μετά πάντων καγώ ο αμαρτωλός ενωθώ τη αγία καθολική εκκλησία.
Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης είπε φίλον τον δεσπότη Χριστώ κ' φιλάνθρωπον το προσδέχεσθαι τους μετανοούντας...
Ευθήμιος οι όσιότατος επίσκοπος Σάρδης ειπεν·
ευλογητός ο Θεός ο ενώσας αυτόν τη καθολική εκκλησία...''
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
«Δηλαδή διά τῆς αἱρέσεως ὁ Ἐπίσκοπος εἶχε
ἐξέλθει τῆς Ἐκκλησίας, ἔστω καί ἄν ἦτο ἑνωμένος μέ Συνόδους καί Πατριάρχες καί μέ τήν μετάνοια καί ἐπιστολή στήν ὀρθόδοξο πίστι ἑνώθηκε καί εἰσῆλθε στήν Ἐκκλησία».
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου
Κανόνος...")
"Και προσήχθη Θεοδόσιος ο επίσκοπος του Αμμορίου και είπε.
Καγώ ο αμαρτωλός και ελεεινός και πεπλανημένος, ο πολλά κακά λαλήσας...
Και δέομαι, και παρακαλώ την αγίαν υμών σύνοδον, ίνα μετά πάντων των Χριστιανών δέξησθε καμε τον ανάξιον υμών δούλον.
Η αγία σύνοδος ειπεν· άξιος εστί κατά τους ιερούς κανόνας...
Οι ευλαβέστατοι μοναχοί είπον· καθώς εδέξαντο αι αγίαι και οικουμενικαί εξ συνόδοι τους εξ αιρέσεως επιστρέφοντας και εμείς δεχόμεθα..."
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
Το αυτό σημαίνει ότι οι Άγιοι Πατέρες της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, τους Επισκόπους αυτούς τους αντιμετώπιζαν και τους θεωρούσαν ως Αιρετικούς εκτός Εκκλησίας.
"Ταράσιος ο αγιώτατος πατριάρχης ειπεν· αρτίως ουν και εμείς κατά τον καιρόν τούτο την αναφυείσαν αίρεσιν πως οφείλομεν δέξασθαι;
Ιωάννης ο θεοφιλέστατος τοποτηρητής αποστολικού θρόνου της ανατολής ειπεν.
Η αίρεσις χωρίζει απο της εκκλησίας πάντα άνθρωπον.
Η Αγία Σύνοδος είπε· τούτο εύδηλον εστίν".
(Πρακτικά των Αγίων Οικ. Συνόδων,Αρχ. Σπυρίδωνος Μήλια)
«Δηλαδή ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αἵρεσις, αὐτός πού τήν ἀποδέχεται καί ὑπάγεται εἰς αὐτήν, χωρίζεται ἀμέσως ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Αὐτό ὁμολόγησε ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος...»
(Π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς, "το Υποχρεωτικό του 15ου Κανόνος...")
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο Ιερό Πηδάλιο, επεξηγώντας την απόφαση αυτή της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου, αναφέρει,
" Και η Οικουμενική δε ζ'., σύνοδος, ει και εδέχθη τας χειροτονίας των αιρετικών Εικονομάχων (ουχί όμως των πρωταρχών της αιρέσεως, και των εμπαθώς εγκειμένων και μη γνησίως και αληθώς μετανοούντων, ως είπεν ο θείος Ταράσιος· αλλά των ακολουθησάντων τοίς πρωταρχαις, και αληθώς και γνησίως μετανοούντων...) και τους παρ' αυτών χειροτονηθέντας, πάλιν δεν ανεχειροτόνησεν ορθοδοξήσαντας καθώς φαίνεται εν τη α. πράξει αυτής, αλλά τουτο οικονομικώς εποίησε δια το πολύ πλήθος όπου τότε επεπόλαζε των εικονομάχων.
Καθώς και η Οικουμενική β'. τινών αιρετικών δι' οικονομία εδέχθη το βάπτισμα , ως προείπομεν. Όθεν ως μη όρον την τοιαύτην καιρικήν και περιστατικήν οικονομίαν ποιησάμενη, ουκ εναντιούται ειςτον παρόντα Αποστολικό Κανόνα".
(Σελ. 91).
"Σημείωσε όμως ότι οι εικονομάχοι ούτοι και πάντες οι άλλοι αιρετικοί, των οποίων τα χειροτονίας εδέχθη ποτέ η Εκκλησία, κατ' οικονομίαν και συγκατάβασιν και όχι κατά ακρίβειαν, ούτοι , λέγω, ήσαν ορθώς και κατά τον τύπον της Ορθοδόξου Εκκλησίας βεβαπτισμένοι.
Δι' ό και η Εκκλησία, καθώς εδέχθη το βάπτισμα αυτών, ούτως ακολούθως εδέχθη και τας αυτών χειροτονίας..."
(Σελ. 582).
"Οι Πατέρες της Εκκλησίας δέχονταν μια οικονομία και ασκούσαν μια επιείκεια για τους σχισματικούς και αιρετικούς που μετανοούσαν, αλλ' ουδέποτε χώρισαν την μυστηριακή θεολογία από την εκκλησιολογία.
Δεν αναγνώριζαν το Μυστήριο του Βαπτίσματος που γινόταν έξω από την Εκκλησία, αλλά ρύθμιζαν με οικονομία τον τρόπο εισδοχής των αιρετικών και σχισματικών στην Εκκλησία.
Στα κείμενα του Μεγάλου Βασιλείου διασώζεται η πρακτική της αρχαίας Εκκλησίας να δέχονται ορισμένες ομάδες αιρετικών στην Εκκλησία με τον σκοπό την συνένωσή τους, την ενότητα και την κοινωνία τους με την Εκκλησία, και όχι με την προοπτική της αναγνωρίσεως κάποιων «αντικειμενικών» Μυστηρίων στους αιρετικούς ".
(Μητρ. Ιερόθεου Βλάχου.''Η Β’ Βατικανή Σύνοδος και η νέα θεολογία και η νέα εκκλησιολογία της'')
Ενώ ο Όρος καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί υπάρχει και στέκει δογματικά, αντιθέτως ο Όρος, μη καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί ούτε υπάρχει, ούτε βέβαια και στέκει δογματικά, διότι κατά τους Αγίους Πατέρες, οι Όροι καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι και αιρετικοί ταυτίζονται.
Ουδέποτε οι Ιεροί Πατέρες μας ξεχώρισαν τους Αιρετικούς σε καταδικασμένους αιρετικούς και μη καταδικασμένους αιρετικούς, αυτά είναι πλανεμένες φανταστικές θεωρίες κάποιων
σχισματο-αιρετικών παρατάξεων (γοχ), διότι η αλήθεια είναι ότι οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας ξεχώριζαν μεν τους Αιρετικούς, αλλά τους ξεχώριζαν δε, σε αμετανόητους-αιρετικούς και μετανιωμένους-αιρετικούς.
Το οποίο σημαίνει, ότι για τους Χριστιανούς κάθε Αίρεση είναι αναθεματισμένη," ..και αναθεματισθήναι πάσαν αίρεσιν'' (Β' Οικουμενική Σύνοδος Κανών Α'), και ότι οι αιρετικοί, είναι καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι και οι καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι, είναι αιρετικοί, διότι, "Αιρετικούς δε λέγομεν τούς τε πάλαι της Εκκλησίας αποκηρυχθέντας και τους με τα ταύτα υφ' ημών αναθεματισθέντας..."
(Β' Οικουμενική Σύνοδος Κανών ΣΤ').
Ή Έκτη Οικουμενική Σύνοδος επαναλαμβάνει και αναθεματίζει-καταδικάζει επίσης τούς Αιρετικούς,
"Όλοις τοίς αιρετικοίς ανάθεμα.
Πάσι τοις αντιποιουμένοις των αιρετικών ανάθεμα· αυτή η πίστις των Χριστιανών"
(Πρακ. Των Αγ. και Οικ. Σύνοδων, ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, Αρχ. Σπ. Μήλια).
Οικ. Σύνοδων, ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, Αρχ. Σπ. Μήλια).
"Ἄλλωστε, τό ἴδιο τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρει σέ ἕνα σημεῖο του˙«ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα», ἀνάθεμα σέ ὅλους τούς αἱρετικούς, καί στούς παλαιούς καί τούς νέους, τούς συγχρόνους, σ΄αὐτούς πού ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καί θά ὑπάρξουν μέχρι συντελείας αἰώνων", (Εγκύκλιος Μητροπολίτου Πειραιώς κ. Σεραφείμ για την Κυριακή της Ορθοδοξίας 2015).
Τουτέστιν όλοι οι αιρετικοί είναι χωρισμένοι και αποκομμένοι από το Θεανθρώπινο Σώμα της Εκκλησίας, με την μόνη διαφορά, ότι άλλο είναι, καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί και άλλο είναι καθηρημένοι αιρετικοί.
Δηλαδή, υπάρχουν καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί, Συνοδικά-τυπικά καθηρημένοι, (βλέπε, Άρειο, Νεστόριο κλπ) και υπάρχουν καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί, που δεν είναι Συνοδικά-τυπικά καθηρημένοι, (βλ. Πάπα Ρώμης, Οικουμενιστές Συν. Κρήτης).
Διότι άλλο είναι να διδάσκει κάποιος αιρετικές διδασκαλίες και αυτές να είναι προσωπικές του πλανεμένες θέσεις και άλλο είναι να κατοχυρώνεται η αίρεση Συνοδικά και να γίνεται νόμος στην Εκκλησία, ξεκινώντας έτσι και οι υπέρ Πίστεως Ομολογιακοί αγώνες, οι αποτειχίσεις, οι διωγμοί .
Το οποίο σημαίνει ότι είναι δύο διαφορετικές περιπτώσεις με δύο διαφορετικές Εκκλησιολογικές αντιμετωπίσεις.
Στην μεν πρώτη περίπτωση για να αποκοπεί το μολυσμένο μέλος από το Σώμα της Εκκλησίας χρειάζεται η Συνοδική καταδίκη-αναθεματισμός και κατόπιν η καθαίρεση του Αιρετικού, (βλ. Άρειο, Νεστόριο, πάπα Βιγίλιο κλπ).
Στη δε δεύτερη περίπτωση αυτοαποκόπτεται το μολυσμένο μέλος από το Σώμα της Εκκλησίας αυτοκαταδικάζοντας-αυτοαναθεματίζοντας ο ίδιος τον εαυτό του, δια της Συνοδικής κατοχυρώσεως της αιρέσεως κάνοντας την νόμο στην Εκκλησία.
(βλ. Εικονομαχία, Παπισμό, Οικουμενισμό).
Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση δεν κρίνεται αναγκαία άλλη ειδική καταδίκη των αιρετικών που για διάφορους λόγους μπορεί και να μην γίνει ποτέ, (βλ. Παπιστών, Οικουμενιστών ).
Το ότι υπάρχουν καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί, οι οποίοι δεν είναι Συνοδικά-τυπικά καθηρημένοι, (βλ. Πάπα Ρώμης, Οικουμενιστές Συνόδου Κρήτης), αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί, εκτός Εκκλησίας, διότι η απαραίτητη και μοναδική προϋπόθεση της ενώσεως και ενσωματώσεως του Χριστιανού με το Μυστηριακό Σώμα της Εκκλησίας δεν είναι η χειροτονία, αλλά η Ορθή και Σωτήρια Ομολογία της Πίστεως , "Ο των όλων Θεός, όταν εμακάρισε τον Πέτρο για τα λόγια με τα οποία Τον ομολόγησε ορθά, διεκήρυξε ότι Καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήριος ομολογία της προς Αυτόν πίστεως",
(Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, "Οι Αγώνες των Μοναχών υπέρ της Ορθοδοξίας").
Στην Ορθόδοξη Διδασκαλία η Αποστολική Πίστη ταυτίζεται και συνυπάρχει με την Αποστολική Διαδοχή.
"Με την αποστολική πίστη συνδέεται αδιαίρετα και η αποστολική διαδοχή.
Η αποστολική διαδοχή έχει ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο μέσα στο σώμα της Εκκλησίας, και προϋποθέτει οπωσδήποτε την αποστολική πίστη.
Λέγοντας αποστολική διαδοχή εννοούμε την αδιάκοπη συνέχεια της ηγεσίας της Εκκλησίας από τους Αποστόλους.
Η συνέχεια αυτή έχει χαρισματικό χαρακτήρα και διασφαλίζεται με τη μετάδοση της πνευματικής εξουσίας των Αποστόλων στους Επισκόπους της Εκκλησίας και δι’ αυτών στους ιερείς.
Ο τρόπος μεταδόσεως της πνευματικής-αποστολικής εξουσίας στους Επισκόπους γίνεται με τη χειροτονία.
Αν, επομένως, κάποιος επίσκοπος έχει λάβει με κανονικό-εκκλησιαστικό τρόπο τη χειροτονία του και στη συνέχεια βρεθεί εκτός της Εκκλησίας εξαιτίας της εσφαλμένης πίστεώς του, παύει ουσιαστικά να έχει και την αποστολική διαδοχή, αφού αυτή έχει νόημα μόνο μέσα στο μυστηριακό σώμα του Χριστού, την Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, αν κάποιος επίσκοπος η και ολόκληρη τοπική Εκκλησία -ανεξαρτήτως αριθμού μελών- εκπέσουν από την πίστη της Εκκλησίας, όπως αυτή εκφράστηκε αλαθήτως στις Οικουμενικές Συνόδους, παύουν να έχουν οι ίδιοι την αποστολική διαδοχή, επειδή βρίσκονται ήδη εκτός της Εκκλησίας.
Και, αφού διακόπτεται η αποστολική διαδοχή ουσιαστικά, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κατοχή η για συνέχεια της αποστολικής διαδοχής στους εκπεσόντες από την Εκκλησία.
Με βάση τα παραπάνω, ο ίδιος ο πάπας, αλλά και το σύνολο των
Ρωμαιοκαθολικών (βλ.Οικουμενιστών) επισκόπων στερούνται την αποστολική διαδοχή, επειδή στερηθέντες την αποστολική πίστη ξέπεσαν από την Εκκλησία.
Κατά συνέπεια, λόγος για αποστολική διαδοχή εκτός της Εκκλησίας είναι λόγος ατεκμηρίωτος επιστημονικά, είναι δηλαδή λόγος αθεολόγητος".
(Καθ. Δογματικής κ. Δημ. Τσελεγγίδη,"Εν Συνειδήσει", Έκτακτη έκδοση της Ι.Μονής Μεγάλου Μετεώρου).
Από αυτό συνεπάγεται ότι, όταν ο Χριστιανός εκπίπτει της Ορθής και Σωτήριας Ομολογίας της Πίστεως προς τον Θεό, συγχρόνως εκπίπτει και της ιδιότητας του Χριστιανού και από Χριστιανός γίνεται καταδικασμένος-αναθεματισμένος-αιρετικός, δηλαδή χωρισμένος και αποκομμένος από το Μυστηριακό Θεανθρώπινο Σώμα Του Χριστού δηλ. της Εκκλησίας, αναξαρτήτως αν είναι Κληρικός, Μοναχός ή λαϊκός.
Αυτό σημαίνει ότι άπαξ και αποδειχτεί ότι κάποιος είναι αμετανόητος αιρετικός και τον αποκαλέσουμε μετά παρρησίας και φανερά αιρετικό, τότε αυτός για εμάς σύμφωνα με την Ιερά Διδασκαλία της Εκκλησίας είναι ήδη καταδικασμένος-αναθεματισμένος-αιρετικός εκτός Εκκλησίας, διότι, "είδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνειν ων αυτοκατάκριτος",
(Απ. Παύλου προς Τίτον Επιστολή),
δηλαδή είναι αναθεματισμένος έχοντας καταδικάσει από μόνος του τον εαυτό του.
"Αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ ό παραλάβετε ανάθεμα έστω.
Ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω, ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ο παραλάβετε, ανάθεμα έστω",
(Απ.Παύλου προς Γαλάτας Επιστολή),
δηλαδή είναι χωρισμένος από την Εκκλησία και φυσικά πριν τον καθαιρέσει κάποια Ορθόδοξος Σύνοδος.
Γι αυτό, όταν κάποιος διδάσκει αιρετικές διδασκαλίες και εμείς εφαρμόζοντας για ένα χρονικό διάστημα το "κατ' οικονομία" περιμένοντας τον, να μετανοήσει και διορθωθεί, δεν τον αποκαλούμε αιρετικό, (βλ.Βαρθολομαίο),
διότι τότε θα τον θεωρούσαμε εκτός Εκκλησίας και δεν θα μπορούσαμε να έχουμε εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του, αλλά τον αποκαλούμε αιρετίζων, έχων αιρετικό φρόνημα, φιλοαιρετικό, για να τον θεωρούμε "κατ' οικονομία" εντός Εκκλησίας έχοντας εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του.
Όταν όμως περάσει ο χρόνος της οικονομίας και ο Αιρετικός δεν μετανοήσει και διορθωθεί, διότι Αιρετικός είναι όπως έχουν πει οι Θεολόγοι Πατέρες αυτός που διδάσκει αιρετικές διδασκαλίες και μένει αμετανόητος εις αυτές, τότε κατά το ρηθέν του Αποστόλου Παύλου, τον "αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού", παραιτούμαστε συν Θεώ από την προσπάθεια μας να τον νουθετήσουμε και συνετίσουμε και από αιρετίζων, έχων αιρετικό φρόνημα, φιλοαιρετικό που τον αποκαλούσαμε, τώρα τον αποκαλούμε πλέον μετά παρρησίας και φανερά Αιρετικό,
(βλ. Βαρθολομαίο και Οικουμενιστές Ψευδοεπισκόπους Αιρετικής Συνόδου της Κρήτης),
"είδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνειν ων αυτοκατάκριτος",
θεωρώντας τον εκτός Εκκλησίας, διότι όπως προείπαμε έχει ο ίδιος προλάβει και καταδικάσει από μόνος του πρώτος τον εαυτό του, βγάζοντας τον, εκτός Εκκλησίας.
Ή αυτοαποκοπή του Αιρετικού μέλους από το Μυστηριακό Θεανθρώπινο Σώμα της Εκκλησίας είναι αναπόφευκτη, διότι "Η αίρεση, δηλαδή η απόκλιση από αυτό που πιστεύει και ομολογεί με το Σύμβολο της πίστεως της η Εκκλησία, οδηγεί αυτομάτως εκτός της Εκκλησίας.
Το πρόβλημα όμως αρχίζει από την στιγμή που η οπτική αυτή γωνία απολυτοποείται..."
(«Εκκλησία και έσχατα» , Ι. Μ. Δημητριάδος).
Διά της Αγίας Ε' Οικουμενικής Συνόδου, το αυτό υποστηρίζεται από όλους τους Αγίους Πατέρες,
"Ταύτης τοίνυν της ορθής ομολογίας εν τη αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία φυλαττομένης τε και κηρυττομένης, ει τις εαυτόν της εν αυτή πίστεως ταναντία ταύτη φρονών χωρίσει ο τοιούτος, εαυτόν αλλοτριών της ορθής πίστεως και τοις αιρετικοίς συναριθμών, δικαίως υπό της αγίας του Θεού Εκκλησίας κατακρίνεται και αναθεματίζεται...
Δια τούτο και ερωτώμεν αυτούς, «όσους δηλαδή χρησιμοποιούν τον Όρο μη καταδικασμένοι-αναθεματισμένοι-αιρετικοί », με αγάπην: Τι έχετε να μας απαντήσετε προκειμένου περί του Κυρίου, αφού ο ίδιος λέγει διά τον Εαυτόν του· «ο πιστεύων εις εμέ ου κρίνεται· ο δε μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι ουκ επίστευσε εις το όνομα του μονογενούς υιού του Θεού»;
ή περί του Αποστόλου, ο οποίος κραυγάζει· «αλλά και εάν ημείς ή άγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν, παρ' ο ευηγγελισάμεθα υμίν, ανάθεμα έστω»;
Αλλ' όταν, ο μεν Κύριος ο ίδιος λέγη αυτό το «ήδη κέκριται», ο δε Απόστολος αναθεματίζει ακόμη και τους αγγέλους, αν τυχόν διδάξουν κάτι διαφορετικόν από ότι ευηγγελίσθημεν από αυτόν...
Μήπως αγνοούν, ότι η ποινή του αναθέματος δεν είναι τίποτε άλλο, ειμή χωρισμός από τον Θεόν;
Όμως ο ασεβής δεν λαμβάνει το ανάθεμα με τα λόγια κάποιου άλλου, αλλά τον επιφέρει εις τον εαυτόν του με τα ίδια του τα έργα, αφού με την ασέβειαν του αποχωρίζει τον εαυτό του από την αληθινήν ζωήν.
Και τι τάχα θα ειπούν εις τον Απόστολον, όστις λέγει :
«αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπται ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος»".
Οι Ιεροί Πατέρες της Ε' Οικουμενικής Συνόδου αναθεματίζουν επίσης όσους δεν αναθεματίζουν όλες τις Αιρέσεις και όλους τους Αιρετικούς,
"ια'. Ει τις μη αναθεματίζει Άρειον, Ευνόμιον, Μακεδόνιον...
μετά των ασεβών αυτών συγγραμμάτων, και τους άλλους πάντας αιρετικούς τους κατακριθέντας και αναθεματισθέντας υπό της αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας και των προειρημένων αγίων τεσσάρων συνόδων, και τους τα όμοια των προειρημένων φρονήσαντες ή φρονούντας και μέχρι τέλους τη οικεία ασεβεία αμείναντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω.
ιγ'. Ει τις αντιποιείται των ασεβών συγγραμμάτων...
των κατά της αληθούς πίστεως και της Εφέσω πρώτης και αγίας συνόδου...
και είπερ ουκ αναθεματίζει τα ειρημένα ασεβή συγγράμματα, και τους τα όμοια τούτοις φρονήσαντες ή φρονούντας και πάντας δε τους γράψαντας κατά της ορθής πίστεως...
και εν τη τοιαύτη ασεβεία τελευτήσαντας, ο τοιούτος ανάθεμα έστω".
(Πρωτοπρ. Ιωάννου Ρωμανίδου, Αναθεματισμοί Αιρετικών,
Ε' Οκουμενική Σύνοδος).
Η Αγία Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος σύμφωνα με τις παραπάνω Αποφάσεις,
"Καθόρισεν δογματικώς, τι είναι ανάθεμα και πόθεν επέρχεται εις τον άνθρωπον·
Κάθε αντίθετος άποψις περί αναθέματος είναι αιρετική.
Κάθε αντίθετος μεταγενεστέρα δογματική περί αναθέματος διατύπωσις είναι αποστατική.
(Μτρ. Νικοπόλεως Μελετίου, «Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος» ).
"Ταύτα φρονείν δεδιδάγμεθα πάρα τε των αγίων αποστόλων και ευαγγελιστών και πάσης δε της θεοπνεύστου Γραφής και εκ των μακαρίων Πατέρων... ",
(Επιστολή Γ' Κυρίλλου προς Νεστόριον, Π. Ιωάννης Ρωμανίδης)
και οπωσδήποτε,
"Κατ' ουδένα δε τρόπον σαλεύεσθαι παρά τινών ανεχόμεθα την ορισθείσαν πίστιν ... "
(Επιστολή Κυρίλλου προς Ιωάννη Αντιοχείας, Π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Εύχεστε και για εμένα
Μοναχός Μακάριος Κουτλουμουσιανός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου